Πόσες και πόσες ελπίδες στηρίξαμε πάνω σου! Και να τα γράμματα και οι ευχές και οι απαιτήσεις! Ο μολυβένιος στρατιώτης, το κόκκινο τρενάκι, το καρουζέλ, τα επιτραπέζια, το ξύλινο αλογάκι! Και οι αγωνίες βουνό να υψώνονται και να δικάζουν τις παιδικές μας ψυχές. Ατέρμονες οι επιθυμίες! Ανεξάντλητες να διαμελίζουν το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μας.

Έγκλημα εξ αμελείας ή σκηνοθετημένο και προμελετημένο; Στηρίξαμε τις ελπίδες μας στο φανταστικό. Αδηφάγο κι εκείνο. Όλα διαιρέθηκαν και χάθηκαν με την αποκάλυψη της αλήθειας. Η μακιγιαρισμένη μας αλήθεια κι εσύ απών να την διαψεύσεις! Και το σκαρί δεν άντεξε τη θαλασσοταραχή και σκόρπισε στα κύματα.

Ήσουν πάντα διάφανος. Τόσα γράμματα σου έγραψα και ούτε μια φορά δεν πήρα απάντηση. Ψήλωσα, μεγάλωσα, κόντυνε το φουστανάκι μου, άσπρισαν τα μαλλιά μου κι όμως ακόμα σε περίμενα στην πόρτα. Όχι για μένα πια. Εμένα με πρόδωσες. Με έστησες κάτω από ένα φανάρι μια νύχτα που μέσα στους αιώνες πένθησε τις αγωνίες μου. Και είδα βεγγαλικά να σκάνε στον ουρανό και φώτα και κόκκινα σκουφιά και σιρίτια. Εμμονή είχες γίνει κάποτε και τώρα ούτε μια ανάμνηση δεν έχω δική σου.

Στην αρχή νόμιζα πως δεν ήμουν καλό παιδί. Ξέρεις τι ενοχή είναι αυτή για τις παιδικές πλάτες; Ασήκωτη. Κι ύστερα έμαθα πως και άλλα παιδιά άφησες ανικανοποίητα και μετέωρα να αναρωτιούνται. Η παιδική συντριβή δεν ξεχνιέται. Κάνει τον πιο μεγάλο θόρυβο. Σα γδούπος ψυχής που δεν έχει κράτημα.

Τελικά ήσουν σκέτη λέρα! Μεγάλος απατεώνας. Φταίει που ήσουν καλοζωισμένος και χορτάτος. Φταίει που πετούσες στους ουρανούς κι έβλεπες τον κόσμο μικροσκοπικό και δε νοιάστηκες μέσα στην έπαρση και το ναρκισσισμό σου. Και αφού ποτέ δεν υπήρξες γιατί σε πίστεψαν τόσα παιδιά μα και τόσοι μεγάλοι;

Τόσα σιρίτια και τόσα καπέλα! Τόσο κόκκινο στους δρόμους! Κι όμως είμαστε τόσο λίγοι. Ούτε που πλησιάζουμε στο μέσα μας, ούτε που ξέρουμε τι να πούμε. Τόσο λίγοι και τόσο πολλά σιρίτια και καπέλα. Έχει ο καθένας την προσωπική θηλιά του. Είναι που μάθαμε την αλήθεια. Πονάει η αλήθεια. Η βοήθεια δεν έρχεται από τους ουρανούς. Μεγάλη απάτη η ψευδαίσθηση. Κι εμείς που μεγαλώσαμε με τόσα παραμύθια σε ποια πραγματικότητα να ακουμπήσουμε; Πού να βρούμε νερό να ξεδιψάσουμε όλα τα όνειρά μας; Κι εσύ δεν υπάρχεις. Αν υπήρχες θα διόρθωνες αυτές τις αδικίες, θα έφερνες ελπίδα, θα γλίτωνες εκείνες τις ψυχές που βολοδέρνουν ανερμάτιστες.

Θα άφηνες στην πόρτα μου εκείνη τη σβούρα που σου ζητούσα τόσα χρόνια. Εκτός κι αν κατάλαβες λάθος κι έκανες τη ζωή μου να γυρίζει πότε στο χθες και πότε στο αύριο. Για το τώρα ούτε λόγος. Μια σβούρα ζήτησα. Όχι να με κάνεις σβούρα! Ο μολυβένιος στρατιώτης ήταν για την αδερφή μου…

Σχόλια

X