Τους έχεις δει πώς γελάνε; Τη γη τραντάζουν. Έχουν τη μπαμπεσιά της ευτυχίας. Τη μασκαρεμένη δυστυχία που στην πλασάρουν με στυλ και στη βαπτίζουν ευτυχία. Δε ζήλεψα άλλο πράγμα στη ζωή περισσότερο από αυτό! Να κάθονται στα ακροκέραμα σαν τις γάτες και να μακιγιάρουν τη ζωή. Εκείνοι οι μοναχοί, οι διαφορετικοί! Να έρχεται η μυρωδιά από το λιβάνι και να τους μνημονεύεις σα φάρους φωτεινούς, ζωντανούς, αέναους!

Η προ-γιαγιά, η Αναστασία, πέθανε 105 χρόνων. Πέρασε 50 χρόνια κοιτώντας τη γη. Και να ήθελε να κοιτάξει αλλού δεν μπορούσε. Πλήρωσε την επιθυμία της να δει τη Χώρα. Το ζήτησε δώρο από τον παππού. Κι εκείνος δεν της χάλασε χατίρι. Μόνο που ξέχασε να της κρατήσει το χέρι όταν περνούσαν απέναντι και η γιαγιά βρέθηκε να πετάει στον ουρανό και να προσγειώνεται με την πλάτη στο έδαφος. Εκείνη έλεγε ότι σκέβρωσε από την υγρασία σαν παλιά κασέλα κι εμείς κάναμε ότι την πιστεύαμε.

Η γιαγιά αγαπούσε τη Μαίρη Χατζάκη. Την καλησπέριζε κάθε βράδυ που έβγαινε να πει τις ειδήσεις και της έδινε ευχές για μακροζωία και καλή τύχη. Κι ένα βράδυ από εκείνα τα μοναχικά που οι άνθρωποι θεωρούν συνηθισμένα και ίδια με τα προηγούμενα, η γιαγιά αποχαιρέτησε τη συμπαθέστατη δημοσιογράφο, ξάπλωσε στο κρεβάτι, σταύρωσε τα χέρια, μας έδωσε την ευχή της και κοιμήθηκε για πάντα. Κι εγώ που ήμουν παιδί και ήθελα η γιαγιά να είναι όμορφη στον αιώνιο ύπνο της, έφερα το μανό που μου είχε χαρίσει και της έβαψα ένα νύχι κόκκινο για να σπάσει η μαυρίλα της και η σκοτεινή ζωή της.

Η γιαγιά μου ήταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος. Μα είχε καμουφλάρει τη δυστυχία της κι ας φορούσε μαύρα ρούχα, κι ας έμοιαζε με μαύρο κοράκι. Εγώ νόμιζα πως είναι η κούκλα μου κι εκείνη έκανε πως κοιμάται στην αγκαλιά μου. Κι όπως κοιμόταν ένιωθα τα μάτια της υγρά να μουσκεύουν τα ρούχα μου με τα δάκρυα τους. «Κλαις γιαγιά;» «Σιγά να μην κλαίω. Ούτε κι εσύ να κλαις. Μόνο να γελάς και να παίζεις. Να βρεις μια αγκαλιά να κουρνιάζεις σαν γάτα κι όλα θα τα ξεχνάς.» «Εσύ βρήκες αγκαλιά;» « Εγώ έχω τη δική σου. Αυτά τα μικρά χεράκια κάνουν θαύματα.»

Για χρόνια νόμιζα πως ήμουν θαυματοποιός. Μετά κατάλαβα την πλάνη. Έπρεπε να το καταλάβω νωρίτερα. Όταν της χτένιζα τα άσπρα μαλλιά της κι έκανα μαγικά για να γίνουν κόκκινα, εκείνα δε μου έκαναν ποτέ τη χάρη. Η γιαγιά πέθανε με άσπρα μαλλιά.

Η γιαγιά Αναστασία ήταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος. Δε μου το είπε ποτέ. Ή και να μου το είπε δεν θα το συγκράτησα. Μπορεί να το εξομολογήθηκε στη φίλη της την παρουσιάστρια όταν την αφήναμε μόνη. Ένιωθα όμως πάντα πως ήταν ο πιο γλυκός, μόνος άνθρωπος που πάτησε πάνω στη γη. Κι όμως καθόταν στα ακροκέραμα κι έβαζε ρουζ και μανό στη ζωή.

Δεν αναστήθηκε ποτέ κι ας την έλεγαν Αναστασία κι όλοι μου υπόσχονταν πως κάποτε θα ξαναγυρίσει. Όταν πέθανε ήμουν πέντε χρόνων κι ένιωσα πως έχασα την αγαπημένη μου κούκλα. Πρόλαβα και της έβαψα ένα κόκκινο νύχι για να σπάει τη μαυρίλα της ζωής της. Ήταν ο πιο μοναχικός άνθρωπος που επισκέφθηκε τον πλανήτη μας. Έφυγε πλήρης ημερών με την ίδια παιδική, μοναχική καρδιά που ήρθε. Κι ας έζησε μόνο πίκρες και μοναξιές. Ήξερε να αγαπά πολύ…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X