Όπως έχει δηλώσει και η ίδια «γράφτηκε στο μητρώο αρένων, αλλά το Άννα της πήγαινε καλύτερα». Η Άννα Κουρουπού, είναι ξεχωριστή. Όχι γιατί άλλαξε φύλο σε ηλικία 25 χρονών, αλλά γιατί κατάφερε να επιβιώσει από το σκληρό μονοπάτι που επιφύλασσε η επιλογή της – άλλωστε κάθε επιλογή δεν έχει και ένα τίμημα;

Αυτό που, ίσως, κρατήσει κανείς από τα λόγια της Άννας, είναι πως στην ζωή τίποτα δεν χαρίζεται απλόχερα. Αντίθετα, οφείλει κανείς να το κατακτήσει. Είτε αυτό είναι η αξιοπρέπεια και ο σεβασμός, είτε η επιλογή της σεξουαλικότητας.

Μια συνέντευξη στο 3pointmagazine.gr  για την σεξουαλική απελευθέρωση, το ρατσισμό, τα στερεότυπα και τα ταμπού, τον συντηρητισμό της ελληνικής κοινωνίας και το ρόλο της εκκλησίας, την ευθύνη των γονιών αλλά και την ευθύνη απέναντι στον εαυτό μας.

Πότε αποδέχτηκες τον εαυτό σου;

«Δεν μπήκα ποτέ σε δίλημμα. Δεν πρόλαβα καν να αποδεχτώ τον εαυτό μου, ήμουν αυτό που ήμουν. Η μάνα μου ήταν εκείνη που το αντιλήφθηκε όταν εγώ ήμουν έξι χρονών. Έκανα γυναικείες δουλειές στο σπίτι, σκούπιζα, σφουγγάριζα. Τα άλλα αγόρια γιατί δεν το έκαναν; Δεν αναρωτήθηκα ποτέ εγώ, αναρωτήθηκαν όμως οι γονείς μου. Ένα παιδί έξι χρονών δεν μπορεί να έχει συνείδηση τι κάνει, ούτε έχει συνείδηση της σεξουαλικότητας του. Αργότερα, κρυφά από τη μάνα μου έβαζα τα τακούνια της ή έβαζα κραγιόν. Κάτι άλλο συνέβαινε, απλώς δεν καταλάβαινα τι ήταν αυτό το άλλο».

Πώς και πότε, λοιπόν, κατάλαβες τι ήταν αυτό το άλλο; Πότε συνειδητοποίησες τι συμβαίνει;

«Σταδιακά. Μεγαλώνοντας, όταν οι ορμόνες σου είναι στο «κόκκινο». Γύρω στα δέκα, όταν με πλησίασε ερωτικά ένα κορίτσι ένιωσα ανατριχίλα, αποστροφή. Κατάλαβα ότι δεν ήθελα. Σε αντίθεση με ένα φίλο μου που όταν παίζαμε «τα μήλα» και με ακουμπούσε δήθεν τυχαία, ή τον ακουμπούσα εγώ δήθεν τυχαία, ένιωθα αυτή την αύρα, την προκαλούσα, την ήθελα. Έτσι γύρω στα δεκατρία, κατάλαβα ότι είμαι ένα ξεχωριστό παιδί. Όσο παράδοξο και αν ακούγεται, δεν έκανα καμία επιλογή: ήταν τόσο φυσικό».

Σε ρωτάω σχετικά με την αποδοχή του εαυτού και την επιλογή της σεξουαλικότητας, διότι πολλοί θεωρούν ότι είναι «μόδα» να είσαι ομοφυλόφιλος.

«Προσωπικά, δεν μπορώ να καταλάβω πώς κάποιος μπορεί να πει «από αγόρι θα γίνω ομοφυλόφιλος ή bi-sexual» από μόδα.  Ή επειδή αυτοί οι άνθρωποι είναι περισσότερο μέσα στα πράγματα, τα καλλιτεχνικά, την τηλεόραση, τη show biz να είπαν να γίνουν ομοφυλόφιλοι. Ίσως κάποιοι από αυτούς να μην είχαν βρει τη σεξουαλικότητα τους και απλώς να τους δόθηκε η αφορμή να το κάνουν. Άλλωστε πολλοί από αυτούς είναι bi-sexual. Επομένως, η σεξουαλικότητα δεν είναι προκαθορισμένη. Μαύρο ή άσπρο. Επίσης, συναντάμε πολλές γυναίκες λεσβίες στις μέρες μας σε σχέση με παλαιότερα. Άρα, δεν είναι μόδα, είναι απελευθέρωση, η οποία δεν ξέρω αν τελικά τα πρέπει να έχει και κάποια όρια».

Ταμπού και στερεότυπα. Απορρίπτονται ή αντικαθίστανται;

«Τα στερεότυπα είναι «αιώνες». Άνδρας – Γυναίκα. Δεν είναι εύκολο να αλλάξουν. Και γιατί να αλλάξουν άλλωστε; Είναι πολύ όμορφο να βλέπεις ένα ζευγάρι, έναν άνδρα και μια γυναίκα να είναι αγκαλιασμένοι, πιασμένοι χεράκι-χεράκι. Και το βλέπω και αλλιώς: ας υπάρχουν στερεότυπα. Ο καθένας ας κάνει ό,τι θέλει, αρκεί να μην ενοχλεί τον διπλανό του. Αν ενοχλούμαι εγώ από το πώς είσαι εσύ, το πρόβλημα είναι δικό μου, όχι δικό σου».

Έφυγες σε μικρή ηλικία από το σπίτι των γονιών σου. Γιατί το έκανες; Συνήθως οι έφηβοι έχουν μια δόση επαναστατικότητας και αντίδρασης. Νιώθουν ότι δεν τους καταλαβαίνει κανείς ή ότι δεν τους χωράει ο τόπος.  Ίσχυε αυτό στη δική σου περίπτωση;

«Καταρχάς έφυγα για να μην προσβάλλω τους γονείς μου. Δεν χωρούσα, όπως το είπες. Λίγο πριν την αλλαγή φύλου, ένιωσα ότι πρέπει να ανοίξω τα φτερά μου. Έπρεπε να σταθώ στα πόδια μου. Ήξερα ότι οι γονείς μου δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν σε αυτό. Είχα την επιθυμία να γνωρίσω έναν καινούργιο κόσμο, που φάνταζε πολύ γοητευτικός στα μάτια μου τότε – που δυστυχώς δεν είναι».

Λένε, ότι ο πραγματικά δικός μας δρόμος είναι αυτός που μας γεμίζει με φόβο. Όταν αποφάσισες να κάνεις μια νέα αρχή, να χαράξεις το δικό σου δρόμο, ένιωσες φόβο;

«Τίποτα δεν φοβόμουν. Όταν είσαι νέος, δεν φοβάσαι τίποτα. Ο φόβος ωριμάζει όσο μεγαλώνεις. Δεν φοβήθηκα τίποτα, αλλά γιατί δεν ήξερα τίποτα».

Τι κάνει έναν άνθρωπο να βγει στο πεζοδρόμιο;

«Στη δική μου εποχή ήταν θέμα επιβίωσης. Σε ανάγκαζαν οι καταστάσεις, δεν σε άφηναν να κάνεις κάτι άλλο, αν η οικογένεια σου δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να σε στηρίξει. Κανείς δεν θέλει να βγει στο πεζοδρόμιο. Πολλές φίλες μου από εύπορες οικογένειες δεν χρειάστηκε να βγουν ποτέ στο πεζοδρόμιο. Και μην ξεχνάς πως όταν είσαι παιδί, ρουφάς σαν σφουγγάρι. Όταν βλέπεις τα είδωλα σου, αυτό που θες να γίνεις, να κάνει κάτι τέτοιο, υποθέτεις ότι αυτό είναι το σωστό, άρα θα το κάνεις και εσύ. Αν όμως υπάρξει άλλη εναλλακτική, θα μπεις στη διαδικασία να πεις «μήπως αυτό είναι καλύτερο»; Αλλά πολλές φορές δεν βλέπεις τον άλλο δρόμο γιατί μπορεί να μην υπάρχει. Τώρα, έχουν εκτροχιαστεί τα πράγματα. Πολλά παιδιά στη Συγγρού ανταλλάσουν το κορμί τους για μια γραμμή κόκα, χωρίς καν λεφτά. Δεν έχει σταματημό η κατρακύλα».

Γιατί τόσος ρατσισμός και μένος για τους ομοφυλόφιλους;

«Ομοφοβία. Από ποιους όμως εκφράζεται αυτός ο ρατσισμός; Από τους ίδιους τους άνδρες. Το παίρνουν προσωπικά, θεωρούν ότι προσβάλλει το φύλο τους. Και μάλιστα όταν αυτό το συναίσθημα είναι έντονο, συνήθως υπάρχει μια συγκεκαλυμμένη ομοφυλοφιλία. Άλλωστε το τόσο μίσος, δεν σε βάζει σε υποψίες; Κάτι κρύβεται από πίσω: ο φόβος να το αντικρίσει. Ο φόβος να δει τον εαυτό του, που είναι ο καθρέφτης του.  Όταν κρύβεσαι και βλέπεις έναν άλλο άνετο και ελεύθερο, κατευθείαν  θα σου βγουν στην επιφάνεια η ζήλεια και η κακία, γιατί εσύ δεν μπορείς να το κάνεις, φοβάσαι. Και τι θα κάνεις; Θα τον κράξεις, για να φανείς και πιο άνδρας. Αυτό βέβαια δεν ισχύει πάντοτε για όλους, μιλάμε όμως για ένα μεγάλο ποσοστό».

Η εμπειρία δείχνει ότι αυτή η ομοφοβία εκφράζεται και από όργανα εξουσίας. Αστυνομικούς και παπάδες, για παράδειγμα.

«Δεν θα το οριοθετούσα μόνο στα εξουσιαστικά επαγγέλματα, αλλά βεβαίως και ισχύει. Πάρε παράδειγμα την εκκλησία. Όλοι γνωρίζουν τα σκάνδαλα μεταξύ των παπάδων. Τα ακούμε καθημερινά. Και το έχω ζήσει και προσωπικά με φίλη μου παπαδοπαίδι.

Και τι κάνει λοιπόν η εκκλησία; Αφορίζει τους ομοφυλόφιλους. Το ίδιο ισχύει και με αστυνομικούς, που μας έδερναν και μας έβριζαν με ένα μίσος ατέλειωτο. Το θέμα είναι οι άνθρωποι να είναι αληθινοί και καθαροί. Επομένως ερχόμαστε και πάλι στην παιδεία».

 biblio

Εννοείς την παιδεία που αντί να διαμορφώνει ανθρώπους ελεύθερους, τους εγκλωβίζει;

«Ακριβώς. Στα σχολεία προτιμούν να διδάσκεται το μάθημα των θρησκευτικών που εγκλωβίζει τη σκέψη από το μάθημα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης είναι ένα μάθημα ενδιαφέρον και ευχάριστο,  και που αφορά όλα τα παιδιά. Με αυτόν τον τρόπο, δεν θα ήταν τα παιδιά πιο προετοιμασμένα για αυτό που θα συναντούσαν μπροστά τους; Άλλωστε είναι η ηλικία τέτοια, στην εφηβεία, που έχεις την περιέργεια να μάθεις. Τα πρότυπα, τηλεοπτικά ή μη, είναι πολλά και αν δεν είσαι προετοιμασμένος μπορεί να χάσεις το μέτρο. Θα μου πεις γιατί να μην το χάσεις; Δεν πρέπει να ξεφεύγει κανείς από τα όρια, είναι επικίνδυνο. Διότι αργότερα ίσως να μην υπάρχει γυρισμός».

Δεν θεωρείς όμως την ελληνική κοινωνία άκρως συντηρητική για να κάνει κάτι τέτοιο;

«Η ελληνική κοινωνία είναι πιο συντηρητική από ποτέ. Γιατί περισσότερο από ποτέ; Γιατί τώρα βγαίνουν πολλά πράγματα στην επιφάνεια. Πολλοί άνθρωποι απελευθερώθηκαν και τρόμαξε ο κόσμος. Αυτό είναι οπισθοδρομικό».

Όταν κανείς δέχεται τόσο ρατσισμό, τόση βία, τόση περιφρόνηση όση έχουν ζήσει οι ομοφυλόφιλοι, που τα έχεις ζήσει και εσύ στο πετσί σου, πώς προστατεύεις τον εαυτό σου; Και κυρίως, πώς σαν άνθρωπος μπορείς να εξασφαλίσεις ότι δεν θα επιστρέψεις αυτή τη βία πίσω, ή ότι δεν θα την βγάλεις αλλού, ακόμη και στον ίδιο σου τον εαυτό;

«Πρώτα από όλα έχει να κάνει με τον άνθρωπο, αλλά και με το περιβάλλον. Προσωπικά απεχθάνομαι τη βία. Έτσι, καταλήγουμε στους γονείς μου. Που αλλού να ανατρέξω, αφού το λιμάνι μου ήταν αυτό; Όταν είσαι παιδί και δέχεσαι βία, το γιαούρτι ή το αυγό στη Συγγρού, το κράξιμο ή τις βρισιές – που βία είναι και αυτό, σου μένει. Δεν χρειάζεται να σε χτυπήσουν για να νιώσεις τη βία. Το λιμάνι μου ήταν η μάνα μου, η σκέψη της. Αν σε αποδεχθεί η οικογένεια σου, αν αποδεχθεί ακριβώς αυτό που είσαι, χωρίς να χρειαστεί να υποκριθείς ή να πεις ψέματα, τότε μπορείς να αποκτήσεις μια βάση. Εγώ ήμουν ειλικρινής από την πρώτη στιγμή».

«Το βιβλίο σου με τίτλο «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά» εκδόθηκε πριν ένα χρόνο. Γιατί τότε; Γιατί όχι νωρίτερα;

«Στην αρχή δεν είχα σκοπό να το εκδώσω. Αποφάσισα να γράψω όπως έγραφα παλιά. Όλα όσα είχα ζήσει, ένιωθα και σκεφτόμουν, ήθελα να τα βάλω σε μια σειρά. Γι αυτό και το βιβλίο είναι «κομματιαστό», είναι κομμάτια της ζωής μου, δεν είναι αυτοβιογραφία. Μου βγήκε φυσικά, σαν ιστορία. Έφερνα στο μυαλό μου τις εικόνες, και έβαζα το τρίτο πρόσωπο για να τις δω πιο καθαρά».

Φοβόσουν να βάλεις πρώτο πρόσωπο στην αφήγηση σου;

«Όχι, απλώς πιστεύω ότι δεν θα παρουσιάζονταν  τόσο αντικειμενικό. Το πρώτο πρόσωπο είναι πάντοτε πιο συναισθηματικό. Ήθελα να το δω λίγο απέξω. Για παράδειγμα, η σκηνή μέσα στο αμάξι με εκείνον που προσπάθησε να ασελγήσει εις βάρος μου. Αν είχα προσπαθήσει να γράψω το περιστατικό σε α’ πρόσωπο ίσως να μην το είχα γράψει ποτέ. Όταν το έγραφα άρχισα να κλαίω, με πήρε θυμάμαι πολύ από κάτω. Το γ’ πρόσωπο μου βγήκε πιο εύκολα».

Πόσο εύκολο είναι να βγαίνεις έξω από τον εαυτό σου και να τον αντικρίζεις από άλλη οπτική γωνία;

«Είναι πάρα πολύ δύσκολο. Και δεν το καταφέρνεις πάντα. Αλλά τα όσα έζησα ήταν τόσο μακρινά και αυτό με βοήθησε να τα γράψω. Όταν ήρθα στην Αθήνα ήμουν σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Εκείνη την περίοδο, συνειδητοποίησα πολλά για τον εαυτό μου. Ήταν ένας απολογισμός. Αυτό είναι το βιβλίο: ένας απολογισμός με ένα μήνυμα. Το μήνυμα είναι να προσπαθήσεις να έχεις μια φυσιολογική ζωή, ακόμα και αν αυτή είναι μέσα σε πολλά εισαγωγικά. Ότι αν θέλεις, μπορείς. Καμιά φορά οι άνθρωποι αποκλείονται από μόνοι τους. Δεν φταίει μόνο η κοινωνία. Γιατί εγώ σε μια ολόκληρη κοινωνία πήγα ανάποδα;  Ίσως γιατί αγαπούσα τον εαυτό μου και δεν το είχα καταλάβει τότε».

Αναφορικά με το βιβλίο σου έχεις πει ότι κατά κύριο λόγο θες αυτό το βιβλίο να το διαβάσουν μητέρες. Γιατί κυρίως αυτές;

«Οι μητέρες είναι εκείνες που καθοδηγούν τα παιδιά, και κυρίως τα αγόρια. Η ομοφυλοφιλία συναντάται πιο πολύ στα αγόρια – κακά τα ψέματα – με τη λογική ότι οι γυναίκες μπορούν να το κρύψουν πιο εύκολα ή συνήθως περνούν μια φάση. Γαλουχείται αλλιώς η κοπέλα. Οι μάνες είναι αυτές που κρατάν τα σπίτια, και ας φαίνεται ο πατέρας μπροστά. Μπορεί να ακούγεται βαρύγδουπο αλλά η αποδοχή της μητέρας είναι μεγαλείο. Να αποδέχεται το παιδί της όπως είναι, και όχι να ακούω «καλύτερα το παιδί μου να γίνει δολοφόνος παρά πούστης». Η φράση αυτή είναι μια τραγωδία. Να βλέπεις μανάδες να πηγαίνουν με το ταπεράκι στις φυλακές, να υπερασπίζονται τα παιδιά τους που αφαίρεσαν μια ζωή, και  να βλέπεις μια μάνα ή έναν πατέρα να αφήνουν το παιδί τους στο δρόμο επειδή θέλει να ακολουθήσει μια διαφορετική σεξουαλική ζωή. Και όταν αφήσεις ένα παιδί στο δρόμο, θα τον χάσει τον δρόμο του».

Πόσο δύσκολο είναι όμως ένας γονιός να αποδεχθεί κάτι τέτοιο; Πώς μπορεί να καταλάβει ότι το παιδί δεν είναι προέκταση του εαυτού του, αλλά ένας διαφορετικός άνθρωπος;  Πάντα οι γονείς βλέπουν στα παιδιά τους την συνέχεια της οικογένειας, του χαρακτήρα τους, των επιλογών τους.

«Γκρεμίζονται τα όνειρα τους, τα εγωιστικά τους όνειρα. Ρίχνουν όλο το βάρος σε αυτά και επειδή δεν μπορούν να το αντιμετωπίσουν, διώχνουν το παιδί. Είναι ό,τι χειρότερο μπορούν να του κάνουν. Και επιμένω, τότε ήταν άλλες εποχές, πιο αθώες. Τώρα οι κίνδυνοι είναι περισσότεροι από ένα πεζοδρόμιο. Ούτε ναρκωτικά μπορούσες να βρεις εύκολα τότε, τα κυκλώματα ήταν πολύ λιγότερα. Τώρα σε όποια γωνία και να γυρίσεις θα βρεις την «κόκα του φτωχού». Να γίνει εγκληματίας; Να μπει σε συμμορία; Να γίνει ρατσιστής και να σκοτώνει μετανάστες; Να μπει στη χρυσή αυγή που είναι η μεγαλύτερη σειρήνα της εποχής μας και διαλαλούν «ομοφυλόφιλοι έρχεται η σειρά σας»

Οι γονείς αγαπούν τα παιδιά τους, απλώς φοβόνται και δεν ξέρουν πώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση».

Τότε τι είδους αγάπη είναι αυτή;

«Εγωιστική. Προστατεύουν τον εαυτό τους, τον κοινωνικό τους περίγυρο, σκέφτονται «τι θα πει ο κόσμος». Αυτή η σάπια κοινωνία, που ξεχνάμε ότι αποτελείται από ανθρώπους και ότι σε μεγάλο βαθμό καθοδηγείται από την εκκλησία. Η εκκλησία τα έχει καταστρέψει όλα: έχει βάλει τα στερεότυπα, τα μη και τα όχι, τα πρέπει και δεν πρέπει. Και είναι άλλο πράγμα η θρησκεία και άλλο η εκκλησία».

Πώς ένα παιδί λοιπόν, μέσα στους συντηρητικούς κόλπους αυτής της κοινωνίας, μπορεί να διαχειριστεί την επιλογή της σεξουαλικότητας του και να την υπερασπιστεί;

«Θα σου αναφέρω ένα παράδειγμα. Τις προάλλες συνάντησα ένα παιδί γύρω στα δεκαοχτώ και μου εξομολογήθηκε ότι είναι ομοφυλόφιλος. Μου είπε πως είναι αποφασισμένος να το κρατήσει για τον εαυτό του και να μην το πει σε κανέναν. «Καταπιέζομαι», μου λέει, και όντως δυσκολευόταν να το πει και στον ίδιο του τον εαυτό.  Τον λυπήθηκα. Είναι  μια χαμένη ζωή. Δεν είναι η σεξουαλικότητα μόνο. Φαντάσου αυτόν τον ίδιο άνθρωπο μετά από μερικά χρόνια σε ένα τραπέζι με μια παρέα straight, με την κοπέλα του δίπλα και τους φίλους του, έχοντας θάψει κυριολεκτικά τα θέλω του. Στο απέναντι τραπέζι μια παρέα gay να γελάει και να είναι όλοι τους ευτυχισμένοι. Την ίδια στιγμή αυτός ο άνθρωπος θα έχει καταρρεύσει. Τι ζωή είναι αυτή; Δεν είναι χαμένη; Αυτός ο κύκλος πόσες φορές θα επαναληφθεί;

Τελικά, αυτό που περιορίζει τους ανθρώπους δεν είναι οι δυσκολίες, ο ρατσισμός και η ανισότητα. Είναι η αδυναμία του χαρακτήρα τους να διεκδικήσουν τη δική τους ζωή, να εκπληρώσουν τους δικούς τους στόχους. Και δεν αναφέρομαι μόνο στους ομοφυλόφιλους. Αναφέρομαι σε κάθε άνθρωπο που έχει επιλέξει ένα δύσκολο μονοπάτι, πολλές φορές αντίθετο με εκείνο που θέλουν οι άλλοι.

«Οι ίδιοι οι άνθρωποι χαρακώνονται στην αυστηρή και συντηρητική δομή της κοινωνίας. Φοβούνται. Μπαίνουν σε μια γυάλα. Και όταν αυτή η γυάλα σπάσει τι μένει; Μια χαμένη ζωή».

Όταν η Άννα μένει μόνη με τον εαυτό της, τι σκέφτεται;

«Μένει μόνη με την ανασφάλεια της. Ευχαριστημένη όμως από όσα έζησε. Καλά και κακά. Πεντακάθαρη με τον εαυτό της, κρύσταλλο, και με ήσυχη την συνείδηση της. Δε μου έχει λείψει τίποτα στη ζωή μου. Ακόμα και αύριο να έφευγα από αυτόν τον κόσμο, θα έφευγα γεμάτη».

* Το βιβλίο της Άννας Κουρουπού «Γιατί δεν έχω σαν το δικό σου, μαμά;» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ποταμός.

 

Σχόλια

X