Το σπίτι της ήταν χαμηλοτάβανο. Δυο δωμάτια, κουζίνα και κρεβατοκάμαρα. Σαν πέθανε ο παππούς αρνήθηκε να ξαναμπεί στο δωμάτιο τους. Η μάνα μου έλεγε πως φοβόταν να ξαπλώσει σ’ εκείνο το σιδερένιο κρεβάτι που μοιράστηκαν πενήντα χρόνια. Εκείνη πάλι υποστήριζε πως πάντα ήθελα να κοιμάται δίπλα στο τζάκι. Δε μάθαμε ποτέ την αλήθεια. Την κράτησε μέσα της μυστικό. Την πήρε μαζί της φεύγοντας.

Η γιαγιά δεν είχε χερούλια να κρατηθεί. Φαίνεται πως, όταν χάνεις το αποκούμπι σε μεγάλη ηλικία, βυθίζεσαι σε μια θάλασσα άπατη. Δεν την είδα  ποτέ ξανά να ακουμπήσει τα χαρτιά. Της έλεγα: «Θες να παίξουμε;» κι κείνη απαντούσε: «Λείπει ο παρτενέρ μου».

Ο παρτενέρ, που τη χόρεψε εκείνο τον ατέλειωτο χορό των πενήντα χρόνων, της χάιδευε τα μαλλιά και την κοιτούσε στα μάτια. Δεν ταξίδεψαν πουθενά πέρα από το νησί. Εγκλωβίστηκαν στις βασικές ανάγκες που δεν είχαν τελειωμό. Κιότεψαν πολλές φορές μπροστά στο ξενόφερτο, το ασυνήθιστο.

Η γιαγιά όταν αγαπούσε, αγαπούσε βαθιά. Όταν μισούσε,  είχε θυμό. Σαν έφυγε ο παππούς στόλισε την καρέκλα του, την τοποθέτησε δίπλα στο τζάκι, έβαλε απέναντι τη δική της και σκάλιζε τη στάχτη. Την έβλεπα και σκεφτόμουν πως τελικά οι άνθρωποι στήνουμε πάντα μια δική μας παράσταση. Κι εκεί είμαστε οι μοναδικοί θεατές. Οι μόνοι που γνωρίζουμε την υπόθεση. Άσκοπο το σκηνικό και οι διάλογοι. Να κυλά μονάχα το αίμα.

Σ’ ένα συρτάρι ανακάλυψα μια μέρα ένα άσπρο χασεδένιο ύφασμα. Με παραξένεψε γιατί ήξερα ότι δεν έβλεπε πια καλά για να κεντήσει. Τόλμησα και ρώτησα. «Τι είναι αυτό, γιαγιά;» Ήρθε κοντά μου, έπιασε το χέρι μου και μου είπε: «Οι άνθρωποι πάντα ετοιμάζουμε μια βαλίτσα με τα χρειαζούμενα. Έχει ο καθένας τα ταξίδια του. Με μια βαλίτσα ερχόμαστε. Όταν σε γέννησε η μάνα σου ήρθε πίσω και κρατούσε εσένα και τη βαλιτσούλα σου. Με μια βαλίτσα φεύγουμε. Μ’ αυτό το λευκό σεντόνι αποχαιρετούμε τον τόπο. Βάλτο τώρα στη θέση του μη λερωθεί και πούνε πως είμαι τσαπατσούλα.»

Δεν ξέρω αν προετοιμάζονται οι άνθρωποι για το θάνατο. Δεν ξέρω πως κάποιοι καταφέρνουν και κάνουν πρόγραμμα για όλα.  Δεν ξέρω με τι ψυχραιμία κάθεσαι και ράβεις το χασεδένιο ύφασμα γνωρίζοντας το σκοπό της ύπαρξης του. Πάντως όλες οι φιλενάδες της είχαν κάμει τα προικιά τους. Τις άκουσα σε μια μάζωξη να εκθειάζουν τον έμπορα που τους πούλησε το ύφασμα. Η κυρά – Μαρία είχε κεντήσει και το μονόγραμμα της και έδωσε παραγγελιά στην κόρη της να ‘χει το νου της μην τα μπερδέψει.

Η γιαγιά πέθανε τέτοιες μέρες πριν από κάμποσα χρόνια. Το άσπρο σεντόνι το είχε φάει ο σκώρος. Αποδείχτηκε απάτη ο έμπορος. Το γραφείο κηδειών μας ενημέρωσε ότι δεν χρειάζεται τίποτα. Όλη τη φροντίδα του νεκρού την αναλαμβάνουν εξολοκλήρου. Τελευταία στιγμή έκοψα ένα κομμάτι από το χασεδένιο σεντόνι και το έβαλα κάτω από τα λουλούδια. Πρόσεξα μόνο  να μην είναι λερωμένο και την πουν τσαπατσούλα…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X