Είτανε μια χρονιά καταραμένη. Οι θύελλες αλωνίζανε
ολάκερη τη χώρα. Τα σύγνεφα σειζόντανε
κ’ η καταιγίδα έπεφτε απάνω μας με το χαλάζι και τ’ αστραπόβροντα.
Οι πληγές στέκαν ανοιγμένες στα χωράφια και στα χωριά από τον επίγειο χαλασμό
Τ’ αστροπελέκια φλεγόντανε, οι αστραπές διπλασιάζανε τη λύσσα τους.
Η ζέστα έκαιγε ανελέητα, τα στήθια πνιγόντανε
κ’ η αντιφεγγιά των πυρκαϊών εφώτιζε
τα βουβά σκοτάδια των άναστρων νυχτών.

* * *

Στοιχεία κι ανθρώποι είχαν ανακυλιστεί
οι καρδιές είτανε σφιγμένες από σκοτεινήν ανησυχία
τα στήθια κοντανασαίνανε μ’ αγωνία
τα στόματα στεγνωμένα στέκανε κλειστά.
Χιλιάδες μαρτύροι χαθήκανε στις ματωμένες θύελλες
μα δεν υποφέρανε μάταια τον πόνο τους και τ’ αγκάθινο στεφάνι.
Στο βασίλειο της Ψευτιάς και του Σκοταδιού ανάμεσα στους υποκριτές σκλάβους
περάσανε σα λαμπάδες του μελλούμενου καιρού.
Με μια κοντυλιά φωτιάς, με μιάν άσβεστη κοντυλιά
χαράζανε μπροστά μας το δρόμο του μαρτυρίου
κι’ απάνου στο χαρτί της ζωής πατήσανε τη σφραγίδα της ατιμίας
καθώς κι απάνου στο ζυγό της σκλαβιάς και στις ντροπιασμένες αλυσίδες.

* * *

Το κρύο φύσηξε. Τα φύλλα πέφτανε μαραμένα
και παρμένα από τον άνεμο στριφογυρίζανε σε μακάβριο χορό.
Ηρθε το χινόπωρο, γκρίζο και σάπιο,
με την κλάψα των βροχών πνιγμένο στη μαύρη λάσπη.
Και για τους ανθρώπους έγινε η ζωή μισημένη κι’ άχαρη.
Ζωή και θάνατος τους είτανε όμοια αβάσταγοι,
οργή κι’ αγωνία τους έτρωγε χωρίς αναπαμό.
Οι καρδιές τους σαν τα σπίτια τους, είτανε κρύες, αδειανές και σκοτεινές.
Και ξαφνικά η Ανοιξη. Ανοιξη στο σάπιο μεσοχινόπωρο
κατέβηκε απάνω μας, ωραία και φωτεινή
Σαν ένα δώρο των ουρανών στη δύστυχη κι άθλια χώρα,
σαν ένας μαντατοφόρος της ζωής, η Κόκκινη Ανοιξη.

* * *

Μια άλικη αυγή σαν ένα μαγιάτικο πρωινό
υψώθηκε στο θαμπό και θλιμμένον ουρανό.
Ο κόκκινος ήλιος αστράφτοντας, με την φλογερή του ρομφαία
τρύπησε τα σύγνεφα και το σάβανο της ομίχλης εσκίστηκε.

* * *

Σαν τη φωτιά ενός φάρου κατάκορφα στην άβυσσο του κόσμου
σαν τη φλόγα της θυσίας απάνου στο βωμό της Πλάσης
αναμμένη για την αιωνιότητα από ’να χέρι άγνωστο
τραβούσε προς το φως τους κοιμισμένους λαούς.

* * *

Κόκκινα τριαντάφυλλα φυτρώσανε από το ζεστό το αίμα
λουλούδια πορφυρά ανοίξανε
Κι απάνου στους ξεχασμένους τάφους
πλεχτήκανε σε στεφάνια δόξας.

* * *

Πίσου από το Αρμα της Ελευθερίας
και σειώντας τις κόκκινες παντιέρες
τα πλήθη σαν ποτάμια κυλούσανε
καθώς ξυπνάνε τα νερά την άνοιξη.
Οι κόκκινες παντιέρες του πολέμου παλλότανε πάνου από την πομπή
ο ιερός ύμνος της λευτεριάς υψώθηκε
κι’ ο λαός τραγουδούσε με δάκρυα της αγάπης
ένα πένθιμο εμβατήριο για τους μάρτυρες.

………………………….

Οι φωτεινές ημέρες φύγανε
ατέλειωτες και καταραμένες μέρες ακολουθήσανε.
Το φως της λευτεριάς κι ο ήλιος σβυστήκανε.
Ένα φιδίσιο μάτι φοβερίζει μέσα στα σκοτάδια.

……………………………

Το γοερό γέλιο της κουκουβάγιας
αντιλαλεί μέσα στις σκοτεινές τις νύχτες μηνώντας το θάνατο της λευτεριάς και της χαράς
κ’ ένας σκληρός χειμώνας με χιόνια και θύελλες
κατέβηκε από το βασίλειο των αιώνιων πάγων.

……………………………

Η θύελλα σκούζει σαν ένα αγρίμι τριχωτό
ορμώντας απάνου σ’ ό,τι σώζει ακόμη μια στάλα ζωή
και πετάει με πάταγο σαν ένας τρομερός φτερωτός δράκοντας
για να σβύσει από το πρόσωπο της γης κάθε αχνάρι ζωής.

* * *

Λυγάει τα δέντρα, σπάζει τα δάση
σωριάζει το χιόνι σα βουνά
Τα θεριά κρυφθήκανε στα σπήλια τους.
Τα μονοπάτια χαθήκανε κι ο που περνάει βουλιάζει χωρίς να ξαναφανεί.

* * *

Λύκοι κοκκαλιάρηδες τρέχουνε λιμασμένοι
πίσου από τις πατημασιές της θύελλας
κι άγρια αρπάζει ο ένας από τον άλλο το θύμα
κι ουρλιάζουνε προς το φεγγάρι κι ό,τι ζει τρέμει από το φόβο.

* * *

Η κουκουβάγια χαχανίζει, οι βρυκολάκοι χτυπάνε τα παλαμάκια
οι μαύροι δαίμονες κλωθογυρίζουνε σα σίφουνας
και κροταλίζουνε τα’ αχόρταγα χείλια τους: οσμίζονται ένα μεγάλο πογκρόμ
και περιμένουνε το ματωμένο σινιάλο.

* * *

Όλα πάγος, όλα νέκρα
Κάθε ζωή χάθηκε
όλος ο κόσμος μοιάζει σαν ένας κοινός και μοναδικός τάφος,
πουθενά σημάδι ζωής λεύτερης και φωτερής.

……………………………

Μια διαταγή σας δόθηκε, βαλέδες του Τσάρου
Σιωπή: Κρεμνάτε, σφάζετε, «ευθυβολείτε», τσαλαπατάτε με τ’ άλογά σας
Για ξαντιμεμό των κακουργημάτων σας θα πάρετε παράσημα και σταυρούς.
Μα θα σαστε καταραμένοι στους αιώνες Γιούδηδες!

……………………………

Φίσκα τα κάτεργα,
οι εξόριστοι βασανίζονται δίχως τελειωμό,
οι ντουφεκιές ξεσκίζουνε τη νύχτα,
οι αγιούπες χορτάσανε.
Ο πόνος και το πένθος
απλώνεται στη μητρική χώρα.
Ούτε μια φαμίλια
απόνετη.

…………………………….

Στο σκυλολόγι του Τσάρου:
«κάτου τα χέρια! Ξεκουμπιστείτε!»
θα πει η δυνατή φωνή του βούκινου
δοξάζοντας τη λευτεριά.

* * *

Θα γκρεμίσουμε τις φυλακές,
Η δίκαιη βροντή βροντάει.
Η παντιέρα της λευτεριάς
Οδηγεί τους αγωνιστάδες.
Βασανιστήρια, Οχράνα,
κνούτο, κρεμάλα, κάτου!
Ξαμολύσου μάχη των λεύτερων ανθρώπων!
Θάνατος στους τυράννους!

………………………………..

Ας τσακίσουμε τη σκλαβιά,
τη ντροπή της σκλαβιάς!
Ω Ελευθερία, δόσε μας
τη γη και την ανεξαρτησία!

 

Το ποίημα του Λένιν, με την υπογραφή  «Ενας Ρώσος», ήτανε προορισμένο για τη «Ραντούγκα» («Ουράνιο Τόξο»), μια ρώσικη σοσιαδημοκρατική επιθεώρηση που την είχαν ιδρύσει μερικοί αγωνιστές του Κόμματος στη Γενεύη και που ο σύντροφος του Λένιν, Πιότι Αλ (ο Γρ. Αλεξίνσκι, μέλος του Κόμματος και βουλευτής της Πετρούπολης στη Δούμα) επρόκειτο να τη διευθύνει. Η Ραντούγκα σταμάτησε την έκδοσή της πριν να δημοσιεύσει το ποίημα του Λένιν.

Το ποίημα είναι το μοναδικό ποίημα του Λένιν. Το χειρόγραφο βρίσκεται στη συλλογή των αυτογράφων του Λένιν, που έχει καταρτίσει ο Γρηγόρης Αλεξίνσκι. Ολόκληρο το ποίημα έχει 303 στίχους.

Εδώ δημοσιεύουμε ορισμένα αποσπάσματα, όπως δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ της 7 Νοέμβρη 1946, σε μετάφραση του Κώστα Βάρναλη.

Σχόλια

X