Λίγο πριν από την έναρξη του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είχε περιγράψει με εντυπωσιακή ακρίβεια -αν και όχι στο βαθμό και την έκταση που ο ίδιος επιθυμούσε- το πλαίσιο στο οποίο είχε γεννηθεί η ποίηση του Σαρλ Μπωντλέρ, το πώς ο σπουδαίος Γάλλος ποιητής του 19ου αιώνα είχε κατορθώσει να δημιουργήσει υψηλή τέχνη μέσα από τα υλικά που σε άλλους φάνταζαν ταπεινότατα, μέσα από την παρατήρηση του πλήθους του Παρισιού, μέσα από την ανάδειξη ανθρώπων που ζούσαν στις παρυφές της αστικής κανονικότητας σε ήρωες (ιερόδουλες, ρακοσυλλέκτες, δανδήδες κ.ό.κ.) και είχε ταυτόχρονα σημάνει, σχεδόν από μόνος του, την απαρχή αυτού που ονομάστηκε νεωτερικότητα.

Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν

Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

«Η στιχουργική [του Μπωντλέρ] είναι συγκρίσιμη με το χάρτη μιας μεγάλης πόλης στην οποία μπορεί κανείς να κινείται απαρατήρητος, καλυμμένος από συγκροτήματα κατοικιών, πύλες ή αυλές. […] Οι εικόνες του είναι πρωτότυπες χάρη στην ευτέλεια των συγκρινόμενων αντικειμένων. Προσπαθεί να δει το κοινότοπο συμβάν για να φέρει κοντά του το ποιητικό. […] Τα Άνθη του Κακού είναι το πρώτο βιβλίο που αξιοποίησε για λογαριασμό της λυρικής ποίησης λέξεις που προέρχονταν όχι μόνο από τον πεζό λόγο αλλά και από τον κόσμο της πόλης».

(Walter Benjamin – Σαρλ Μπωντλαίρ: Ένας Λυρικός στην ακμή του καπιταλισμού, μετάφραση Γιώργος Γκουζούλης, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια)

Λίγα χρόνια πριν από τη μελέτη του Μπένγιαμν, ένας σύγχρονός του, ο Γιόζεφ Ροτ, πεζογράφος ολκής αλλά και αυτόκλητος «άνθρωπος των εφημερίδων» είχε δημοσιεύσει μια σειρά από χρονογραφήματα σε γερμανικά -και όχι μόνο- έντυπα γύρω από τη ζωή στο Βερολίνο, κείμενα που, αν και δεν τα χαρακτήριζε η ίδια πολιτισμική και λογοτεχνική σημασία που διακρίνει εκείνα του Μπωντλέρ, κατορθώνουν ωστόσο να φωτίσουν τώρα -όπως και τότε- πτυχές της ζωής στην πρωτεύουσα της Βαϊμάρης που ίσως να αγνοούνταν (επιδεικτικά) από περισσότερο «αξιοπρεπείς» πένες και έντυπα της εποχής αλλά και κατοπινούς μελετητές, αλλά πετυχαίνουν επίσης να ξυπνήσουν σχεδόν στο σύγχρονο αναγνώστη αναμνήσεις από μια εποχή που δεν έζησε.

Ο Σαρλ Μπωντλαίρ

Ο Ροτ είχε γεννηθεί το 1894, στο Μπρόντι της σημερινής Ουκρανίας (τότε μέρος της Αυστροουγγρικής αυτοκρατορίας). Έχοντας ξεκινήσει να γράφει σε αριστερές εφημερίδες της Βιέννης από το 1918, μετοίκησε στο Βερολίνο το 1920, εργαζόμενος αρχικά ως ανταποκριτής για τον ρωσοπολωνικό πόλεμο. Τελικά, έμεινε μόνιμα εκεί, καθότι τα τοπικά μέσα ήταν πιο ακμαία κι άρα πιο ικανά να αμείψουν την εργασία του.

Στα κείμενα που περιέχονται στον παρόντα τόμο, ο Ροτ δεν ενδιαφέρεται να παρουσιάσει μια καλλωπισμένη, καθωσπρέπει, τουριστική εκδοχή του Βερολίνου. Δεν τον νοιάζουν μόνο οι μεγάλες λεωφόροι, οι νεότευκτοι ουρανοξύστες, το τραμ και το φημισμένο κινηματογραφικό μέγαρο της UFA (αν και τα «επισκέπτεται» και αυτά στα κείμενά του, διατηρώντας, όμως, ένα κριτικό πνεύμα και αναζητώντας λεπτομέρειες που ξεφεύγουν από το μαζικό και το κοινότοπο)˙ τον ενδιαφέρουν επίσης τα χαμετυπεία, τα άσυλα αστέγων, το «δράμα» των ανθρώπων που αναγκάζονται να ταξιδέψουν με πολλές αποσκευές στα ασφυκτικά γεμάτα τρένα, οι πρόσφυγες από την Ανατολή, τα «Ταβερνάκια της Αλητείας», η γελοιότητα των μουσείων κέρινων ομοιωμάτων, τα χαμάμ, τα κουτσομπολιά στα στέκια των λογοτεχνών, η σιωπή που πέφτει στα δημόσια πάρκα όταν το κοινό αποχωρεί, η μαζικοποίηση της διασκέδασης, η τρικυμία στο κρανίο των συγκοινωνιολόγων.

Μα δεν είναι μόνο ότι ο Ροτ γράφει για όλα αυτά˙ είναι ότι γράφει με λογοτεχνική δεινότητα που λίγοι διαθέτουν και μάλιστα, χωρίς ποτέ να γίνεται μελιστάλαχτος ή συγκαταβατικός απέναντι στο θέμα του (ή τους αναγνώστες του), χωρίς ποτέ να θέλει να εκμαιεύσει με το ζόρι συμπάθεια, αντιπάθεια ή οτιδήποτε άλλο, συγκεκριμένο, σκόπιμα και συνειδητά. Δεν νοιάζεται για την εξιδανίκευση των χαρακτήρων του, την αισθητικοποίηση της αθλιότητας ή του μεγαλείου, δεν τον ενδιαφέρει να ξετρυπώσει στα σοκάκια της πόλης αυτή τη γελοία έννοια που ονομάζεται «αυθεντικότητα» (και που, άλλωστε, υπάρχει μόνο σε ποζεράδικα μυαλά). Δεν είναι ένας αστός που γυρεύει να το παίξει λούμπεν. Είναι απλώς κάποιος που θέλει να περιγράψει άλλες πτυχές της ίδιας πραγματικότητας, χωρίς καν να επαίρεται πως κάνει κάτι το τόσο αξιοθαύμαστο.

Κι ανάμεσα στα αξιοζήλευτα λογοτεχνικά του σχήματα και την ξεχωριστή του παρατηρητικότητα, αναδεικνύεται και το υποδόριο χιούμορ του, η πληθώρα των αναγνωσμάτων του, και οι βαθιές του γνώσεις για διάφορες πτυχές του εκάστοτε θέματος.

Μιας και πρόκειται για μια σειρά που αφορούν την περίοδο του Μεσοπολέμου και συγκεκριμένα το Βερολίνο, θα πρέπει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο τελευταίο κείμενο του τόμου, που είχε γραφτεί με αφορμή το κάψιμο των βιβλίων από τους ναζί, το Μάιο του 1933. Εκτός από βιβλία πολιτικού -και κυρίως αριστερού και αναρχικού- περιεχομένου, αλλά και βιβλία που οι ναζί έκριναν ως «παρακμιακά», κατά τη διάρκεια της κτηνωδίας αυτής (γιατί περί κτηνωδίας πρόκειται) κάηκαν και βιβλία Εβραίων συγγραφέων, ασχέτως του περιεχομένου τους. Προφανώς αποσβολωμένος από το γεγονός αυτό, ο Ροτ υπογράφει ένα συγκλονιστικό κείμενο που αναδεικνύει πόσο πολύ συνέβαλαν οι συγγραφείς Εβραϊκής καταγωγής στο μεγαλείο του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και, επομένως, πόσο βαθιά λανθασμένη, αποκρουστική και τερατώδης ήταν αυτή η πράξη.

Εν κατακλείδι, έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ενδιαφέρουσα συλλογή κειμένων που άξιζε και έπρεπε να μεταφραστούν και στα ελληνικά, καθώς φωτίζουν από μιαν άλλη γωνία όχι μόνο την εποχή στην οποία αναφέρονται, αλλά και τον ίδιο τον άνθρωπο που τα έγραψε, και ο οποίος είναι περισσότερο γνωστός -και δικαίως- ως ένας από τους καλύτερους πεζογράφους του περασμένου αιώνα.

Joseph Roth, Βερολινέζικα Χρονικά, 1920-1933, μετάφραση Μαρία Αγγελίδου. Εκδόσεις Άγρα.

ΥΓ.: Για τα τελευταία χρόνια της ζωής του Ροτ -και ειδικά για τη φιλία του με τον επίσης μεγαλοφυή Στέφαν Τσβάιχ- αξίζει να αναζητήσει κανείς το βιογραφικό μυθιστόρημα Οστάνδη 1936, του Volker Weidermann, που κυκλοφόρησε πρόσφατα, επίσης από τις Εκδόσεις Άγρα, σε μετάφραση Μαρίας Αγγελίδου. Για μια περιήγηση στους δρόμους του σύγχρονου Βερολίνου, διαβάστε το Μπερλίν, της Άντζης Σαλταμπάση.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, πρόκειται να κυκλοφορήσει από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X