Επεισόδιο Δεύτερο

 

Δεν ήταν τόσο τα έπιπλα που του έδωσαν να καταλάβει πως αυτό δεν ήταν το σπίτι μιας ηλικιωμένης γυναίκας˙ κυρίως ήταν οι φωτογραφίες. Όλος σχεδόν ο τοίχος στα αριστερά της εξώπορτας ήταν γεμάτος φωτογραφίες, πολλές, πολλές φωτογραφίες, από εκείνες που δεν απεικονίζουν τίποτα συγκεκριμένο, σου δίνουν όμως μιαν αναντίρρητη αίσθηση νοσταλγίας… για τι ακριβώς;

Ο Ορέστης δεν μπορούσε να πει˙ κι άλλωστε δεν τον απασχολούσε. Ήθελε να βρει που θα μπορούσαν να είναι κρυμμένα τα χρήματα – της ηλικιωμένης κυρίας ή όποιου, τέλος πάντων, κατοικούσε στο διαμέρισμα αυτό. Έκανε να ανοίξει ένα συρτάρι, όταν από τα ενδότερα του διαμερίσματος ακούστηκε κάτι σαν κρότος ή σαν αλλεπάλληλοι μικροί κρότοι μαζί, σαν είχαν πέσει κάτω πολύ ψιλά κέρματα ή πλαστικά πηρούνια ή χάπια. Και μετά απ’ αυτό, τίποτα, κανείς που να καταριέται την τύχη του που χρειαζόταν να σηκωθεί ξαφνικά, μες στα μαύρα μεσάνυχτα, για να μαζέψει από κάτω αυτά τα πολύ ψιλά κέρματα ή πλαστικά πηρούνια ή χάπια. Ίσως πάλι αυτός που είχε προκαλέσει το μικρό ατύχημα να ερχόταν προς το μέρος του Ορέστη, πατώντας στις άκρες των δακτύλων του, έτοιμος για επίθεση ενάντια στον άγνωστο εισβολέα. Ή ίσως…

Δεν ήξερε γιατί πήγε, κι όμως πήγε. Αντί να φύγει, αντί να κρυφτεί κι αυτός σε μια γωνιά παραμονεύοντας, πήγε προς τα μέσα για να δει. Αλλά δεν ήταν ακριβώς η απόφαση να αμυνθεί επιτιθέμενος˙ ούτε ακριβώς η επιθυμία να ψαχουλέψει και στους υπόλοιπους χώρους του διαμερίσματος. Ήταν απλώς -απλώς;!- μια αόριστη περιέργεια… να δει τι ακριβώς μπορεί να είχε συμβεί.

Η κοπέλα ήταν ξαπλωμένη στο κρεβάτι, με το κεφάλι της να στηρίζεται στο αριστερό χέρι, το οποίο με τη σειρά του κρεμόταν στην άκρη του κρεβατιού. Κάτω απ’ το χέρι αυτό ήταν πεσμένο ένα σταθερό τηλέφωνο, από εκείνα τα παλιά, σε σχήμα γυναικείων, κοκκινοβαμμένων χειλιών, που βούιζε χωρίς ποτέ η νεαρή γυναίκα να έχει καλέσει κάποιον αριθμό. Η άγνωστη μούγκρισε χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, χωρίς να δείχνει πως έχει αντιληφθεί την παρουσία του Ορέστη. Ψέλλισε μόνο κάτι σαν «Συγγνώμη, μαμά» και το κεφάλι της έσκυψε ακόμα πιο χαμηλά, σκουντουφλώντας στο παλιό κομοδίνο όπου βρισκόταν μέχρι πρότινος το κόκκινο τηλέφωνο.

Όχι, δεν είχε πάρει τα χάπια για τη φάση. Αλλά τι τον ένοιαζε τώρα τον Ορέστη; Που να έμπλεκε και γιατί;

Απ’ την άλλη, δεν μπορούσε να την αφήσει έτσι. Τη σήκωσε και την κουβάλησε έως το μπάνιο. Της έριξε νερό στο πρόσωπο, την ταρακούνησε, τη βοήθησε να κάνει εμετό. Αλλά η γυναίκα έδειχνε ακόμα χάλια. Πήγε και της έφτιαξε καφέ, αλλά δεν της τον έδωσε.

Το βλέμμα του έπεσε πάνω στο παλιό, τραγελαφικό σχεδόν τηλέφωνο. Φορώντας ακόμα τα γάντια της δουλειάς, σήκωσε το πεσμένο ακουστικό που ακόμα βούιζε και το έφερε στο στόμα του, σχηματίζοντας, παράλληλα, τον γνωστό τριψήφιο αριθμό.

-Ελάτε, δεν είναι καλά, ήταν το πρώτο πράγμα που του ήρθε να πει, με μια φωνή που σχεδόν δεν ήταν δική του -και λέγοντάς το ήξερε κιόλας πως ήταν κάτι το βλακώδες.

Από την άλλη άκρη της γραμμής τού ζητήσανε φυσικά εξηγήσεις.

Με την ίδια αλλόκοτη φωνή τους έδωσε να καταλάβουν πως η γυναίκα -δεν την είπε με το όνομά της, και πώς θα μπορούσε, άλλωστε;- είχε καταπιεί χάπια. Μπόλικα.

Του είπαν να μείνει κοντά της και να περιμένει το ασθενοφόρο. Λίγα λεπτά μετά, ακούστηκε όντως η σειρήνα. Το μυαλό του Ορέστη πήγε στον Μπάμπη, που περίμενε απ’ έξω με το μηχανάκι. Ο Ορέστης ήταν σίγουρος πως, στο άκουσμα της σειρήνας, ο Μπάμπης θα χεζόταν πάνω του και θα έφευγε.

Αλλά, ούτως ή άλλως, ο Ορέστης είχε σημαντικότερα πράγματα να σκεφτεί. Ναι, είχε καλέσει το ασθενοφόρο και το ασθενοφόρο είχε έρθει αμέσως. Και τώρα;

Τους άνοιξε την εξώπορτα, φροντίζοντας να υπάρχει στο σαλόνι το ελάχιστο δυνατό φως. Το πλήρωμα του ασθενοφόρου, ένας άντρας και μια γυναίκα, μπήκαν μέσα βιαστικοί, χωρίς να δώσουν πολλή σημασία στον Ορέστη, απλώς πηγαίνοντας γρήγορα προς την κατεύθυνση που τους είχε μισοδείξει, μισοσηκώνοντας το (ακόμα καλυμμένο με γάντι) δεξί χέρι του. Κι αφού δεν ασχολήθηκαν ξανά μαζί του, δεν ασχολήθηκε κι αυτός. Κατεβαίνοντας γρήγορα τα σκαλιά, τού φάνηκε πως άκουσε τον νοσοκόμο να τον φωνάζει, αποκαλώντας τον -άκουσον, άκουσον!- «φίλο».

Ο Ορέστης δεν γύρισε. Κατέβηκε απλώς τα σκαλιά και βγήκε στο δρόμο.

Ο Μπάμπης, φυσικά, δεν ήταν εκεί.

Διάβασε το πρώτο επεισόδιο εδώ:

Ένα Ευτυχές Έγκλημα

*Το σκίτσο είναι του Γιώργου Δρόσου.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X