Επεισόδιο Τέταρτο

 

-Ώστε έτσι, το ζώον. Ξέχασε πάλι ποιο χέρι είναι ποιο. 

 Ο Παντελής καθόταν στο γραφειάκι του και πάσχιζε να ανάψει τσιγάρο. Για το ότι δεν τα είχε καταφέρει ακόμα, μετά από δέκα περίπου απανωτές προσπάθειες, δεν έφταιγε ο αναπτήρας του, αλλά μάλλον η τσαντίλα του. 

  -Έτσι φαίνεται, σχολίασε λακωνικά –πώς αλλιώς;- ο Ορέστης.
  -Καλά, κι εσύ δεν έψαξες να βρεις κάνα τιμαλφή, έστω και εκεί που μπήκες; Τίποτα λεφτά, τίποτα κοσμήματα;

  Ο Ορέστης σκέφτηκε προς στιγμήν να σχολιάσει το σύνηθες γραμματικό λάθος του Παντελή, αλλά το άφησε να περάσει. Είπε απλώς: 

  -Αφού σου είπα. Άκουσα τις σειρήνες και νόμισα πως έσκασαν οι μπάτσοι. 

  Ο Παντελής ξεφύσησε, μετά από μια ακόμα αποτυχημένη απόπειρα να ανάψει το τσιγάρο του. 

  -Τέλος πάντων. Καλύτερα. Δεν σε έχω για να σαπίζεις στη φυλακή.

 

٭

Κάθονταν στο προαύλιο του νοσοκομείου, παρόλο που ο καιρός δεν είχε ζεστάνει ακόμη. Η Ρίτα είχε απαιτήσει να της εξηγήσει η Έλλη γιατί ακριβώς είχε κάνει ό,τι είχε κάνει. Η Έλλη, παρόλο που ήξερε πως θα ακουγόταν κοινότοπο από τη μία και ίσως αδικαιολόγητο και παρατραβηγμένο από την άλλη, μίλησε στη μητέρα της για αυτό το αίσθημα κενού, το αίσθημα ανικανοποίητου που είχε, για το ότι ένιωθε πως δεν είχε καταφέρει τίποτα, για το ότι όλοι οι δάσκαλοί της τής έλεγαν πως διέθετε σπάνιο χάρισμα σαν φωτογράφος και πως το μόνο που είχε καταφέρει τελικά ήταν να δουλεύει απλώς σε ένα γειτονικό φωτογραφείο, φωτογραφείο το οποίο συντηρούσε με το ζόρι.

 Λέγοντάς τα όλα αυτά, αισθάνθηκε πως η αποτυχημένη της απόπειρα ήταν απόλυτα κατανοητή και, ταυτόχρονα, απόλυτα ακατανόητη, βλακώδης, με ακόμα λιγότερο νόημα από ό,τι η ίδια της η «σταδιοδρομία». Αν δεν έβλεπε την κόρη της τόσο μπερδεμένη και συνάμα τόσο αυστηρή απέναντι στον εαυτό της, η Ρίτα θα την είχε πλακώσει στα μπινελίκια την ίδια κιόλας στιγμή. Αντ’ αυτού, έφερε απλώς το χέρι της στον ώμο της Έλλης και μετά από λίγο έκανε να ανάψει τσιγάρο. 

Αλλά ο αναπτήρας είχε τελειώσει.

٭

Επιστρέφοντας στο δωμάτιο, βρήκαν και πάλι τον υπαστυνόμο Βασιλειάδη, με τα τιγκαρισμένα στο ζελέ μαλλιά του και τη σαν δεύτερο δέρμα καμπαρντίνα του και το αψυχολόγητο μειδίαμά του. Η Έλλη ένιωθε πιο άνετη να του μιλήσει αυτή τη φορά. Απάντησε στις ερωτήσεις του με σχετική ευκολία, έχοντας στο μεταξύ συνειδητοποιήσει πως, ναι, υπήρχε κάποιος δίπλα της εκείνο το παρολίγον μοιραίο βράδυ, αν και δεν μπορούσε να θυμηθεί ακριβώς ποιος, και χωρίς να μπορεί να ταυτίσει τα χαρακτηριστικά, τη φωνή ή τη γενικότερη παρουσία του –στοιχεία που, άλλωστε, δεν τα είχε συγκρατήσει ακριβώς- με κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο του περιβάλλοντός της. Η κατάθεσή της, λοιπόν, αν μπορούσε να χαρακτηριστεί τέτοια, δεν βοηθούσε ιδιαίτερα τον Βασιλειάδη. 

 Αυτός από τη μεριά του δεν έδειξε ιδιαίτερα δυσαρεστημένος. Κατανοούσε την κατάσταση της Έλλης και εκείνη τη στιγμή αλλά και λίγα βράδια πριν. Της εξήγησε πάντως πως ο άνθρωπος που την είχε σώσει ανήκε κατά πάσα πιθανότητα στη σπείρα διαρρηκτών που είχαν ρημάξει («γλεντήσει» ήταν η αρχική του επιλογή λέξης, αλλά την πήρε πίσω, φοβούμενος πως της είχε φανεί χυδαίος) την ευρύτερη γειτονιά και πως ο ίδιος και οι συνεργάτες του θα έκαναν το παν για να τους εντοπίσουν…

  -… είτε με τη βοήθειά σας είτε όχι. 

Συνειδητοποίησε πως ίσως είχε ακουστεί απορριπτικός και ξερός προς την Έλλη κι αμέσως πήρε μια κωμική έκφραση αγωνίας. 

-Είστε τόοοσο αυστηρός, κύριε Βασιλειάδη, του είπε εκείνη κι αμέσως μετά γέλασε δυνατά –εις βάρος του, όχι μαζί του. Εκείνος παρέμενε άφωνος και σαστισμένος.

 

٭

Φεύγοντας από τον Παντελή, ο Ορέστης επέλεξε να μη γυρίσει σπίτι του. Άρχισε να περπατά άσκοπα στη γειτονιά και, χωρίς να το πολυκαταλάβει, βρέθηκε και πάλι έξω από την πολυκατοικία της Έλλης. Βλέποντας τους αστυνομικούς να βγαίνουν, κοντοστάθηκε και τους παρακολούθησε. Η Ρίτα τους είχε δώσει κλειδιά του διαμερίσματος και ο Βασιλειάδης είχε στείλει μια ομάδα να ψάξει για αποτυπώματα, DNA, κλεμμένα αντικείμενα, μήπως και βγάζανε επιτέλους κάποια άκρη για την ταυτότητα του διαρρήκτη-σωτήρα. Ο Ορέστης δεν γνώριζε στην εντέλεια τέτοιες λεπτομέρειες, αλλά καταλάβαινε πως οι αστυνομικοί δεν είχαν έρθει ως εκεί παρά για τη δική του υπόθεση. 

Κι όμως, δεν μπορούσε παρά να μείνει εκεί, πίσω από μια κολώνα και να παρακολουθεί – για ποιο λόγο, δεν ήταν σε θέση να πει. Έφυγε μόνο όταν ένας από τους αστυνομικούς κοντοστάθηκε και τον κοίταξε αυστηρά. 

Βάλθηκε να περπατά κι έστριψε στο πρώτο στενό. Ήξερε πως είχε κινήσει –σαν ασήμαντος πρωτάρης- την περιέργεια στον άλλον, ήξερε πως ήταν λάθος του που είχε γυρίσει εκεί αλλά ήξερε επίσης πως σύντομα θα ξαναπήγαινε.

 

*Το σκίτσο είναι δημιουργία του Γιώργου Δρόσου.

 

Διαβάστε το προηγούμενο επεισόδιο:

Ένα Ευτυχές Έγκλημα

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X