Επεισόδιο Πρώτο

 

Μερικές φορές, ακόμα και στα προποτζίδικα, τα καλά νέα δεν έρχονται από το ταμείο ή από τις οθόνες που προβάλλουν αποτελέσματα, αλλά από κάτι τόσο απλό -και κοινό για όλα τα καταστήματα- όσο η πόρτα.

Ο Μπάμπης καθόταν εδώ και ώρα στην ακριανή καρέκλα του πρακτορείου του Θωμά, χωρίς να έχει σταυρώσει ούτε ευρώ από τα διάφορα παιχνίδια που με τόση φιλευσπλαχνία πρόσφερε ο οργανισμός. Είχε καταλήξει να κοιτά απλώς την οθόνη, χωρίς να προσδοκά κάποια θετική κλήρωση, κάποια νίκη ή ήττα ή ισοπαλία στην Α΄ Ισπανίας ή έστω στη Γ’ Νέας Ζηλανδίας, που να την είχε προβλέψει στο δελτίο και η οποία να μπορούσε να του αποφέρει μικρό έστω κέρδος˙ είχε απλώς αφαιρεθεί από την ακτινοβολία, μιας και δεν είχε τίποτα καλύτερο να κάνει ούτε και χρήματα για να παίξει – οι δουλειές με τον Παντελή είχαν πλέον αραιώσει.

Και τότε, μέσα σ’ όλη αυτή την καντήφλα, όταν το φρεσκοξυρισμένο πρόσωπό του έμοιαζε πια σακουλιασμένο από νωθρότητα και πλήξη, άκουσε την ηλικιωμένη γυναίκα που είχε μπει μόλις πριν λίγο στο μαγαζί να λέει στο Θωμά:

-Δύο χιλιάρικα μου κάτσανε. Δύο. Πέφτε.

Ο Μπάμπης γύρισε και είδε το Θωμά –που οι περισσότεροι πελάτες/θαμώνες αποκαλούσαν άπιστο, κατά την τετριμμένη έκφραση, αλλά η συγκεκριμένη κυρία άπληστο ή άπλυτο, ανάλογα με τα κέφια της- να συγκρατεί με το ζόρι τα γέλια του αντικρύζοντας αυτή την τακτική πελάτισσά του˙ μα επρόκειτο εν μέρει για γέλια χαράς, μιας και η κυρία, μικροκαμωμένη αλλά δυναμική, του ήταν πολύ συμπαθέστερη από τους μαντράχαλους που ξημεροβραδιάζονταν στο προποτζίδικο, ειλικρινέστερη αλλά και ικανότερη στο να στοιχηματίζει σε αγώνες ποδοσφαίρου απ’ ό,τι η πλειοψηφία των κουτοπόνηρων που κατέθεταν καθημερινά τον οβολό τους στο ταμείο του Θωμά, εν μέσω καυχησιών και επιδείξεων ξερολίασης, αλλά σπάνια έπαιρναν κάτι πίσω, σε χρήματα ή σε θαυμασμό.

Βέβαια, είχε καιρό να βγάλει χρήματα από την αγαπημένη της ασχολία και είχε χάσει κάπως τα κέφια της. Ο Θωμάς ένιωθε κάπως απογοητευμένος βλέποντάς τη δυσαρεστημένη τις τελευταίες εβδομάδες, χωρίς διάθεση για αστεία και κοινωνικότητες, και τώρα χαιρόταν, από μία άποψη, που τής είχε παρουσιαστεί αυτή η ευκαιρία να αναθαρρήσει.

Κι εκείνη, βέβαια, είχε μια πιο σκανταλιάρικη, πιο παιγνιώδη διάθεση απέναντί του, πάντα στο πλαίσιο μιας φιλίας που είχε πια εδραιωθεί, έστω κι αν η μία από τις δύο πλευρές δίσταζε να το παραδεχτεί.

Πήρε τα λεφτά της κι αποχώρησε, χωρίς να προσέξει τον Μπάμπη –τον επιβλητικό σε ύψος Μπάμπη, που καθόταν λίγα μόνο μέτρα μακριά της και είχε παρακολουθήσει όχι μόνο το διάλογο της ηλικιωμένης γυναίκας με το Θωμά αλλά και την συναλλαγή μεταξύ των δύο αυτών άσπονδων φίλων, με εξόφθαλμη προσήλωση. Ο ψηλόσωμος νεαρός περίμενε λίγο –δεν ήτανε δα και κάνας βλάκας- και μετά βγήκε κι αυτός έξω, στο κατόπι της γηραιάς κυρίας.

Η μέρα ήταν σχεδόν εκτυφλωτικά ηλιόλουστη, η πρώτη από τις λιγοστές αλκυονίδες, μετά από μακρά περίοδο εντόνου ψύχους. Ο Μπάμπης μόρφασε ερχόμενος αντιμέτωπος με αυτόν τον κατακλυσμό χειμερινού φωτός, αλλά σύντομα ξανάπιασε το γρήγορο βήμα του, φροντίζοντας να μην τον αντιληφθεί η γυναίκα.

Περπάτησαν γύρω στα τέσσερα τετράγωνα, στην κεντρική οδό της γειτονιάς κι έπειτα στρίψανε σε ένα στενό που ο Μπάμπης το θυμόταν αρκετά καλά, μιας και μόλις την προηγούμενη εβδομάδα είχε κάτσει σ’ αυτόν, τον Παντελή και τον Ορέστη, μια σεβαστή δουλειά, στη γωνία ακριβώς των δύο οδών. Η γυναίκα περπάτησε άλλα τέσσερα τετράγωνα κι έφτασε στην παλιά, καλοσχεδιασμένη πολυκατοικία στο τέλος του στενού. Ο Μπάμπης κοντοστάθηκε λίγο μακρύτερα και την είδε να ξεκλειδώνει την εξώπορτα του κτηρίου και να μπαίνει μέσα. Αμέσως μετά είδε την κυρία να ανοίγει την μπαλκονόπορτα και το παντζούρι ενός από τα δύο διαμερίσματα που βρίσκονταν μόλις κάνα δυο μέτρα πιο πάνω από το ύψος του πεζοδρομίου.

Η γυναίκα βγήκε στο μπαλκόνι του διαμερίσματός της και κοίταξε άκεφα το δρόμο. Πριν περάσουν δέκα δευτερόλεπτα, επέστρεψε στο εσωτερικό κλείνοντας ξερά την μπαλκονόπορτα πίσω της. Τότε ο Μπάμπης πλησίασε κι άλλο το παλιό κτίριο. Κοντοστάθηκε ακριβώς απέναντι, δίπλα σε μια νεραντζιά, και κοίταξε απευθείας στα δύο διαμερίσματα του πρώτου ορόφου, καθένα από τα οποία απλωνόταν εκατέρωθεν της καλοσχεδιασμένης εισόδου.

Ο Μπάμπης δεν ήθελε να καρφωθεί –δεν ήταν δα και κάνας ηλίθιος-, αλλά έπρεπε να φέρει τα χέρια του στο ύψος των ματιών του για να βεβαιωθεί: ναι, το διαμέρισμα της ηλικιωμένης ήταν το αριστερό όπως κοιτάς την είσοδο. Ε, δηλαδή, το δεξιό. Το δεξιό. Όχι, όχι, σίγουρα το αριστερό. Το δε… Ξανακοίταξε τα χέρια του. Το αριστερό, σίγουρα πράγματα.

Τώρα που δεν είχε πια καμιά αμφιβολία, πήρε το δρόμο για το συνεργείο του Παντελή. Τυφλωνότανε ακόμα απ’ το φως, αλλά, τουλάχιστον, είχε να μεταφέρει μια καλή πληροφορία στους άλλους δύο.

 

٭

 

Ο Παντελής κι ο Ορέστης κάθονταν στο γραφείο, στο βάθος του συνεργείου, περιμένοντας μπας και μπει κάνας πελάτης –εις μάτην. Ο Παντελής –μικρόσωμος, με γκρίζα μαλλιά που αραιώνανε, παρότι εκείνος επέμενε να τα διατηρεί μακριά- άπλωνε συχνά-πυκνά το δεξί του χέρι, έπιανε το πακέτο με τα τσιγάρα και το άφηνε σχεδόν αμέσως, για να πιάσει έπειτα το κέδρινο κομπολόι που ήταν αφημένο λίγα εκατοστά πιο δίπλα. Στο άλλο χέρι, κρατούσε μόνιμα το πλαστικό σέικερ με τον ολόπικρο φραπέ.

Όποτε κάποιο αμάξι περνούσε από μπροστά, με ταχύτητα μικρότερη από τη συνηθισμένη, ο Παντελής τέντωνε το μικρό λαιμό του, πεπεισμένος πως το όχημα θα έμπαινε στο μαγαζί, το «ίδρυμα», το συνεργείο. Τίποτα τέτοιο δεν συνέβαινε, όμως, κι ο Παντελής γυρνούσε ξανά προς το εσωτερικό, πετούσε με τσαντίλα το κομπολόι στο γραφείο και κοίταζε ανυπόμονα τον Ορέστη, ξεφυσώντας επιδεικτικά.

Ο Ορέστης, από την άλλη -αρκετά πιο νέος, όχι εμφανίσιμος αλλά όχι και άσχημος- δεν αντιδρούσε ούτε στην άλεκτη μουρμούρα του Παντελή ούτε στην κίνηση έξω το συνεργείο, που όλο και παρήκμαζε –η γειτονιά είχε να το λέει για την προχειρότητα και την κουτοπονηριά με την οποία ο ιδιοκτήτης, ο εξηντάχρονος Παντελής, αντιμετώπιζε όσους έμπαιναν στον κόπο να περάσουν το κατώφλι της επιχείρησής του.

Ο Ορέστης, λοιπόν, διεπόταν και εκείνο το πρωί από την παροιμιώδη, μυστηριώδη αταραξία του, κοιτώντας με σίγουρο, αδιαπέραστο βλέμμα προς τίποτα συγκεκριμένο, απλώς προς τον ηλιόλουστο δρόμο πέρα από το κάδρο που έφτιαχνε η ανοιχτή, γέρικη πόρτα του γκαράζ. Ο Παντελής δεν μπορούσε ποτέ να καταλάβει τι περνούσε από το μυαλό του βασικού συνεργάτη του, στην άλλη, την πιο κερδοφόρα επιχείρηση που είχε στήσει πρόσφατα – κι αυτή η απάθεια άλλοτε τον τρόμαζε κι άλλοτε την αποζητούσε, γιατί λειτουργούσε καθησυχαστικά για το δικό του, ταρακουνημένο από το άγχος και τις παλιές, ακραίες κραιπάλες μυαλό.

 

٭

 

Δεν ήταν μικρή –όσο κι αν ήταν αναμενόμενη- η απογοήτευσή τους, όταν αυτό που αντίκρυσαν τελικά στο κατώφλι της γκαραζόπορτας ήταν το αγαθιάρικο, παράξενο αν και οικείο πρόσωπο του Μπάμπη. Ο συνεργάτης τους σκόνταψε –όπως και κάθε φορά- στην πόρτα (οι άλλοι είχαν πάψει να κάνουν ακόμα και την αντανακλαστική κίνηση ν’ απλώσουν το χέρι για να τον πιάσουν, έστω κι από μακριά) αλλά τελικά βρήκε το δρόμο του έως το γραφειάκι του Παντελή και κάθισε κοντά τους.

-Λοιπόν, ξεκίνησε, δήθεν με αυτοπεποίθηση. Μας έκατσε δουλειά φίνα ντερμπεντέρισσα.

Αυτές οι υποτιθέμενες προσπάθειες πνευματώδους χιούμορ και τσαχπινιάς εκνεύριζαν τον Παντελή περισσότερο απ’ οτιδήποτε. Κι όμως, ανεχόταν τον Μπάμπη σαν ένα συγγενή που δεν έχει στον ήλιο μοίρα, σαν ένα υπερμέγεθες κουτάβι που κυρίως κάνει ζημιές αλλά είναι και ικανό ανά πάσα στιγμή να δαγκώσει οποιονδήποτε προκαλεί πρόβλημα στις μπίζνες του Παντελή. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί πριν από χρόνια σε μια δουλειά που τους είχε ανταμείψει με αρκετό «μπαγιόκο», μέλη μιας ανομοιογενούς ομάδας που είχε σκορπίσει –με εξαίρεση τον Παντελή και τον Μπάμπη, που λίγο από συμπτώσεις, λίγο από την εξάρτηση που είχε αναπτύξει ο Μπάμπης στο πρόσωπο του Παντελή, λίγο από τη χρησιμότητα που έβρισκε –ενίοτε- ο Παντελής στον Μπάμπη, είχαν μείνει μαζί, συνεργάτες και, παράλληλα, κάτι σαν απρόθυμος πατέρας και υπερβολικά γαντζωμένος, αδέξιος γιος.

-Λοιπόν, ξανάπε ο Μπάμπης, μην πείθοντας ούτε τον εαυτό του μ’ αυτή τη δεύτερη επίδειξη ανετίλας. Τι λέτε;
-Τι να πούμε, τον κακό σου τον φλάρο, που δεν μας είπες ακόμα περί τίνος πρόκειται, απάντησε ο Παντελής, ήδη τσατισμένος.
-Μα για δουλειά πρόκειται.
-Τι δουλειά;!

Ο Μπάμπης στραβοκατάπιε, καταλαβαίνοντας επιτέλους πως έπρεπε να εξηγήσει. Τους είπε για τα κέρδη της κυρίας (της «γριάς») και για το ότι την είχε ακολουθήσει έως το σπίτι της.

-Μονοκατοικία; ρώτησε ο Ορέστης – η πρώτη του κουβέντα μετά την άφιξη του Μπάμπη (όχι ότι πριν είχε μαλλιάσει η γλώσσα του).
-Πολυκατοικία, διευκρίνισε ο Μπάμπης. Στον πρώτο μένει. Όπως ανεβαίνεις τη σκάλα, αριστερά.
-Ωραία, άρχισε να λέει ο Παντελής, αλλά ο «γιος» του τον διέκοψε.
-Δεξιά.
-Τι δεξιά;
-Δεξιά όπως ανεβαίνεις τη σκάλα. Όχι αριστερά.
-Ρε, πας καλά; Δεν ξεχωρίζεις το αριστερό από το δεξί;
-Δεξιά. Σίγουρα δεξιά.
-Δεξιά ή αριστερά; Τελευταία φορά που σε ρωτάω.
-Αριστ… Δεξιά. Το θυμήθηκα. Στάνταρ.
-Μου ’μαθες και το «στάνταρ», ξεφτεράκι μου.

Ο Παντελής γύρισε στον Ορέστη.

-Λοιπόν, αφού είναι όντως αριστε… δεξιά, δεν μας μένει παρά να πάμε, να μπούμε μέσα σαν κύριοι και να πάρουμε το διχίλιαρο. Και ό,τι άλλο… Τι λες;
-Άλλα διαμερίσματα υπάρχουν στον όροφο; ρώτησε ο Ορέστης τον Μπάμπη. Ή μόνο το δεξιό και τ’ αριστερό;
-Μόνο αυτά.
-Τι λες; ξαναρώτησε ο Παντελής τον Ορέστη.
-Δεν ακούγεται άσχημο. Κάτι μπορούμε να κάνουμε.

Ο Ορέστης δεν μιλούσε ποτέ υπερφίαλα, αλλά ήταν γνωστό πως ήταν ο καλύτερος στο είδος του και πως κατά βάθος δεν αμφέβαλε γι’ αυτό. Λέγοντας «κάτι μπορούμε να κάνουμε» εννοούσε πως θα τα κατάφερνε και πάλι περίφημα.

Κανονίσανε να πάνε το ίδιο κιόλας βράδυ για να ελέγξουν τη γειτονιά γενικά – αυτός και ο Μπάμπης, που στην επιχείρηση θα είχε χρέη τσιλιαδόρου.

Την επομένη ήταν έτοιμοι για να προχωρήσουνε, αλλά κάποιος έπαθε έμφραγμα και στη γειτονιά επικρατούσε αναστάτωση. Τελικά, δύο βράδια μετά τη νίκη της κυρίας στο Τζόκερ, ο Ορέστης και ο Μπάμπης φτάσανε στην πολυκατοικία με το μηχανάκι του δεύτερου και βάλανε μπρος το μεγάλο τους σχέδιο.

Ήταν εύκολο για τον Ορέστη να ξεκλειδώσει την παλιά εξώπορτα της εξίσου παλιάς πολυκατοικίας. Έπειτα, ανέβηκε μέσα σε απόλυτη σιγή τα μαρμάρινα σκαλοπάτια και, φτάνοντας στο κεφαλόσκαλο, έστριψε δεξιά. Γονάτισε μπροστά στην πόρτα, έχοντας την κλειδαριά στο ύψος του προσώπου του. Ήταν τόσο απαλές και τόσο ακριβείς οι κινήσεις του, που μερικές φορές εκπλησσόταν κι ο ίδιος. Αλλά το διαμέρισμα που είχε μόλις διαρρήξει δεν ανήκε σε κάποια ηλικιωμένη γυναίκα.

 

*Το σκίτσο είναι δημιουργία του Γιώργου Δρόσου.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X