Το μουντιάλ του ’74  το “έζησα” μέσα από τα ασπρόμαυρα αφιερώματα της ΕΡΤ με τη χαρακτηριστική φωνή του Αλέκου Θεοφιλόπουλου. Έτσι, δεν μπορούσα να διακρίνω το φανταχτερό πορτοκαλί των Ιπτάμενων Ολλανδών του Κρόιφ, την κατά γενική ομολογία καλύτερη ομάδα του Μουντιάλ που τελικά έχασε στον τελικό από τους διοργανωτές Δυτικογερμανούς. Όπως έχει πει σε ανύποπτο χρόνο ο Γκάρι Λίνεκερ, “το ποδόσφαιρο είναι ένα παιχνίδι που στο τέλος κερδίζουν πάντα οι Γερμανοί”.

 

 

Μέσα από τα αφιερώματα αυτά έμαθα για το “βρώμικο” ελέω δικτατορίας τίτλο της Αργεντινής το ΄78, τον Μάρκο Ταρντέλι με τον έξαλλο πανηγυρισμό στον τελικό της Βαρκελώνης το ΄82, τον ημίθεο Μαραντόνα με το επικό σλάλομ ανάμεσα στους σαστισμένους Άγγλους στον προημιτελικό του Μεξικό το ΄86. Παρατηρώντας τα στιγμιότυπα, που προϊόντος του χρόνου γίνονταν έγχρωμα, διακρίνεις αλλαγές στη μόδα, στα κουρέματα, στο στυλ παιχνιδιού, στην εμφάνιση και τα σορτσάκια που μετά το ’90 γίνονται βερμούδες… Είναι ένα ιδιότυπο μάθημα Ιστορίας, βλέπεις τον κόσμο να αλλάζει και μαζί με αυτόν αλλάζει και το ποδόσφαιρο, που γίνεται πιο αθλητικό και λιγότερο φαντεζί.

 

 

Ψαρωμένος κατασκηνωτής στο Σούνιο το ΄90, χάζευα σε γιγαντο-οθόνη την Ιταλία του απρόσμενου σταρ Τοτό Σκιλάτσι να “πατάει” την Αγγλία στον μικρό τελικό και να σηκώνεται όλη η κατασκήνωση στο πόδι, ενώ τέσσερα καλοκαίρια μετά, στον Αυλέμωνα, στα Κύθηρα, με πολύ ζέστη, έβλεπα μια άλλη Ιταλία, του τρομερού Ρομπέρτο Μπάτζιο να χάνει το τρόπαιο στα πέναλτι από τους Βραζιλιάνους.

 

Χωρίς να είμαι ποτέ πιστός, φανατικός οπαδός μιας ομάδας και έχοντας πάει στο γήπεδο λίγες δεκάδες φορές  (πρόλαβα βέβαια το Καραισκάκη με τσιμέντο, πριν τη σημερινή γκλαμουράτη εκδοχή του), έχω μάθει να αγαπώ τη μπάλα κυρίως μέσω τηλεοπτικών μεταδόσεων, επαναλήψεων και ανασκοπήσεων.  Στηνόμουν στον ΑNT1 για να δω το “Σούπερ Σάββατο” με παρουσιαστή τον Ιάκωβο Φιλιππούση, με highlights φυσικά τα στιγμιότυπα από Premier League, την εποχή που μεσουρανούσε ο Άλαν Σίρερ και ο Καντονά. Μέσα από την τηλεόραση μου αρέσει να ταξιδεύω σε γήπεδα του εξωτερικού και να φαντάζομαι ότι παρακολουθώ αγώνες μέσα από εξέδρες άλλων ομάδων. Πότε στο πέταλο (Kop) του Anfield, πότε στο Σάο Πάολο της Νάπολι και από το Μεστάγια της Βαλένθια στη Γκλασκώβη και το “πάρκο “ της θρυλικής Celtic.  Αλλά και όσον αφορά στα εγχώρια, ακόμη μου αρέσει να τρέχω σε καφενεία (προσοχή, όχι καφετέριες) και να παρατηρώ τους μπαρμπάδες οι οποίοι ανάμεσα σε ελληνικούς καφέδες, κάπνα και πρέφα επιμένουν να τσακώνονται μεταξύ τους για ομάδες και να αναλύουν, ατέρμονα, συστήματα, ως άλλοι Αλέφαντοι.

 

 

Εκεί, μέσα σε αυτά τα στέκια, στις παρέες που βλέπουν στις αυλές το Παγκόσμιο Κύπελλο τα καλοκαίρια, αλλά και μέσα στα βαγόνια του Ηλεκτρικού που πάνε γεμάτα από κόσμο στο γήπεδο, εκεί χτυπάει, ίσως, ακόμη μια φλέβα ποδοσφαιρικής αθωότητας, σαν εκείνη που μας έκανε να τρέχουμε μικροί από το απογευματινό φροντιστήριο για να προλάβουμε την έναρξη του ματς.

Γιάννης Περδίκης

Σχόλια

X