Θυμάμαι από μικρός τη  μάνα μου να λέει την ίδια ιστορία για μένα και τον ξάδερφο μου, που 5 χρονών παιδάκια κατεβαίναμε μαζί της προς την πλατεία Εξαρχείων. Στη θέα των χρηστών, ο ξάδερφος μου έσφιξε το χέρι της μητέρας μου από φόβο, την ίδια στιγμή που εγώ παρέμενα στον δικό μου μαγικό κόσμο. Ο ξάδερφος μου γεννήθηκε και μεγάλωσε σε περιοχή μακριά από το κέντρο και δεν ήταν συνηθισμένος σε αυτές τις εικόνες. Εγώ μεγάλωσα μέχρι τα 10 μου στα Εξάρχεια και έφυγα από εκεί, για να επιστρέψω ως φοιτητής, για λόγους που δεν σχετίζονταν με το πόσο «επικίνδυνη» ήταν η περιοχή. Ευτυχώς οι γονείς μου δεν ήταν προκατειλημμένοι και δεν αντιλαμβάνονταν την ιδιαιτερότητα των Εξαρχείων ως πρόβλημα αλλά ως ιδανικό περιβάλλον για να κάνω τα πρώτα μου βήματα σε όλα τα επίπεδα.

Δεν πιστεύω ότι όποιος μεγαλώσει στα Εξάρχεια, διαποτίζεται με το πνεύμα του “αλύγιστου” μπροστά σε οποιονδήποτε κίνδυνο. Από την άλλη δεν μπορώ να είμαι σύμφωνος με το στερεοτυπικό και βαθιά συντηρητικό άρθρο της Μαρίας Κατσουνάκη στην Καθημερινή που παρουσιάζει ένα παιδάκι φοβισμένο από την περιοχή που μεγαλώνει. Βλέπει, λέει η αρθρογράφος για το παιδάκι, στον απέναντι τοίχο από τον παιδικό σταθμό ένα ζωγραφισμένο κρανίο, ενώ παρουσιάζει ως πρόβλημα ότι ο 5χρονος χαιρετάει τους αστέγους ως κάτι οικείο. Η απόλυτη… συμφορά συμπληρώνεται με τα επεισόδια και τους Πακιστανούς που πουλούν λαθραία τσιγάρα. Η αλήθεια είναι ότι για 5χρονος περπατάει πολύ στα Εξάρχεια μιας και τα σημεία που περιγράφονται στο κείμενο απέχουν το ένα με το άλλο, όσο η μία άκρη των Εξαρχείων από την άλλη. Ας δεχτούμε όμως ότι το παιδάκι έχει πράγματι όλες τις παραπάνω εικόνες.

Ως παιδί που μεγάλωσα στα Εξάρχεια, θυμάμαι να μη βλέπω αστέγους, αλλά πολλούς χρήστες ναρκωτικών. Η κατάσταση ήταν τότε αρκετά πιο άσχημη σε σχέση με τώρα, όμως ποτέ δεν αισθάνθηκα φόβο. Αντίθετα διαπίστωσα ότι όσο μεγάλωνα το θέμα με ενδιέφερε και οι ιστορίες συνανθρώπων μου που είχαν ζήσει τη φρίκη με τα ναρκωτικά ως χρήστες με συγκινούσαν. Δεν τους μίσησα επειδή είδα κάποιους ανθρώπους ημιλιπόθυμους, που ποτέ τους κιόλας δεν με έβλαψαν ούτε το προσπάθησαν, αλλά αναρωτήθηκα «γιατί» δεν ήταν κι εκείνοι όπως οι υπόλοιποι. Γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν όπως οι άλλοι, έστω και αν η σκληρή ρουτίνα, όπως συμπειραίνω τώρα, μας φέρνει συχνά σε πρόθυρα λιποθυμίας, όπως έφερναν εκείνους τους ανθρώπους οι ουσίες.

Πολύς κόσμος δεν βάζει αυτό το «γιατί» στη ζωή του, ακόμη και για το πιο απλό. Απλώς αναπνέει, τρώει, κοιμάται, ξαναξυπνά και συνεχίζει να αναπνέει, να τρώει, να κοιμάται και βέβαια να δουλεύει σκληρά. Ένα παιδί που μεγαλώνει στα Εξάρχεια με τόσα πολλά γύρω του ερεθίσματα έχει τη μοναδική ευκαιρία να δει μέσα του να γεννώνται ερωτήματα. Τα οποία δεν περιστρέφονται  γύρω από «αρνητικές» εικόνες όπως ένα κρανίο από το οποίο βγαίνουν καπνοί, ή επεισόδια μεταξύ κουκουλοφόρων και αστυνομικών (εντύπωση μου προκαλεί, ή μάλλον όχι, ότι από το άρθρο της κ. Κατσουνάκη απουσιάζει παντελώς η οποιαδήποτε αρνητική αναφορά στα ΜΑΤ λες και το παιδί επηρεάζεται μονόπλευρα από τη βία. Βλέπει πέτρα στον ματατζή και συνθλίβεται ο ψυχισμός του, βλέπει γκλοπιά στον διαδηλωτή και γουστάρει), ή αστέγους, ή χρήστες ναρκωτικών, ή μετανάστες λαθρέμπορους τσιγάρων. Στα Εξάρχεια, το βασίλειο των γκράφιτι είμαι σίγουρος ότι ο πιτσιρικάς θα αντίκρισε πολλές εικόνες ακόμη, όπως τον τζαζίστα από την Νέα Ορλέανη στην οδό Τζαβέλλα, τη ζούγκλα με τα ζώα από τη άγρια φύση -που πάμε να ξεχάσουμε- επί των Σουλτάνη και Σολωμού, τις χαμογελαστές προσωπογραφίες στην Κωλέττη.

Επίσης στην περιοχή του, πριν έξι χρόνια για να υπάρχει παιδική χαρά και να μπορεί ο πιτσιρικάς την στιγμή που ο Καμίνης αφήνει απότιστο και εγκαταλελειμμένο τον λόφο του Στρέφη, να παίζει με τους φίλους τους, οι κάτοικοι των Εξαρχείων έκαναν το πάρκινγκ της Ναυαρίνου αυτοδιαχειρζόμενο πάρκο. Την ώρα που λίγα μέτρα πιο πέρα το Πεδίο του Άρεως παρακμάζει, παρά τις ταμπέλες των εκατομμυρίων ευρώ που συνοδεύουν την υποτιθέμενη ανάπλαση, στο πάρκο Ναυαρίνου τα παιδιά παίζουν χωρίς φόβο, γιατί στην περιοχή που ζουν, πολλοί άνθρωποι μεταξύ αυτών και οι γονείς τους, έβαλαν το «γιατί» στον εαυτό τους ως ερώτημα για μια καλύτερη κοινωνία.

Τα Εξάρχεια δεν είναι ο παράδεισος, αλλά σίγουρα δεν είναι η κόλαση που περιγράφει η κ. Κατσουνάκη, η οποία δεν διστάζει να συμπεριλάβει στο άρθρο της ακόμη και το παράδειγμα των βομβαρδισμένων γειτονιών της Δαμασκού στη Συρία, για να δείξει πως δεν απέχουμε και τόσο οι Εξαρχειώτες από καταστάσεις Μέσης Ανατολής ώστε να τραυματιστεί ο ψυχισμός των παιδιών μας. Θέτει ακόμη ένα ερώτημα αν στο μέλλον, έχοντας την εμπειρία των επεισοδίων, τα παιδιά θα θεωρούν την παραβατικότητα κανονικότητα και θα γεμίζουν με θυμό, οργή, φόβο και καχυποψία. Θα της απαντούσα πως έχει κάθε λόγο να ανησυχεί για μια τέτοια εξέλιξη. Μια άνευρη κοινωνία ως απάντηση σε μια κανονικότητα που κανόνας της είναι να ζούμε με όλο και λιγότερα και να μη μιλάμε γι αυτό είναι η καταδίκη μας. Μια οργισμένη κοινωνία γι’ αυτή την κανονικότητα, μια κοινωνία που διεκδικεί μπορεί μεν να είναι ο εφιάλτης της κ. Κατσουνάκη, αλλά είναι ο μόνος τρόπος για να μη βλέπουν τα παιδιά γύρω τους αστέγους και κατατρεγμένους. Όχι γιατί θα πάρουμε όλα τα παιδιά από τα Εξάρχεια, αλλά γιατί η κοινωνική αδικία θα πάψει να υφίσταται ως η νίκη των αγώνων που έδωσαν εκείνοι που θύμωσαν.

Σχόλια

X