Οι εικόνες που έρχονται καθημερινά από κέντρα φιλοξενίας ή καταυλισμούς σε πολλά μέρη της Ελλάδας είναι γνωστές. Περίπου 50.000 πρόσφυγες και μετανάστες βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια, τη στιγμή που η συμφωνία ανάμεσα σε Ε.Ε. και Τουρκία έχει «χαθεί στη μετάφραση», μπλοκάροντας ουσιαστικά την κάθε προσπάθεια επίλυσης του προσφυγικού ζητήματος.

Πέρα από τα άγνωστα μονοπάτια στα οποία βαδίζει η Ευρώπη, καλούμενη να δεχθεί και να διαχειριστεί τις μεγάλες ροές προσφύγων που φτάνουν από χώρες της Μέσης Ανατολής, πρωτόγνωρες είναι και οι καταστάσεις που αντιμετωπίζει η Ελλάδα, ως χώρα υποδοχής του μεγαλύτερου μεταναστευτικού κύματος στη σύγχρονη ιστορία της, αλλά και ως εξωτερικού συνόρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της ζώνης Σένγκεν.

Ήδη από τις αρχές του 2015 το θέμα των αυξανόμενων μεταναστευτικών ροών αλλά και η διαχείρισή του από τη νεοεκλεγμένη τότε κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αποτέλεσε σημαντικό ζήτημα, όχι όμως πρωτεύον, με αποτέλεσμα να περάσουν μήνες κατά τους οποίους υπήρξε αδράνεια και κωλυσιεργία ακόμη και υποτίμηση των πραγματικών διαστάσεων του προβλήματος, για να φτάσουμε στο σήμερα και την εμπλοκή των ενόπλων δυνάμεων τόσο σε εξωτερικό επίπεδο –παρουσία του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο- όσο και σε εσωτερικό με τη συνδιαχείριση του προσφυγικού από τα υπουργεία Μεταναστευτικής Πολιτικής και Εθνικής Άμυνας.

Buck passing ανάμεσα σε Ελλάδα και Ε.Ε.
Σε ό,τι αφορά το εξωτερικό επίπεδο και το πώς η Ελλάδα έφτασε στη λύση του ΝΑΤΟ, οι ευθύνες βαραίνουν τόσο την ίδια, όσο και την Ε.Ε. στο σύνολό της (θεσμούς αλλά και κράτη-μέλη ξεχωριστά). Τον Φεβρουάριο του 2015 η Ε.Ε. μέσω της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προχώρησε σε μία σειρά από διακηρυκτικές αρχές σχετικά με το πώς θα μοιραστούν οι πρόσφυγες στις χώρες-μέλη, ξεκινώντας από τις 40.000 και ανεβάζοντας το νούμερο στις 160.000 στη συνέχεια, με μία σειρά από χώρες ωστόσο να αρνούνται να προσδιορίσουν τον αριθμό που θα δεχτούν, ενώ άλλες να διαφοροποιούνται από τις αρχικές διακηρυκτικές πολιτικές.

Την ίδια στιγμή η ελληνική κυβέρνηση, που όφειλε –σύμφωνα με τη συνθήκη του Δουβλίνο 2- να καταγράφει και να ταυτοποιεί όποιον μπαίνει στο έδαφός της, παρουσίασε τρομακτικές δυσλειτουργίες, καταγράφοντας για το διάστημα Ιανουαρίου-Σεπτεμβρίου 150.000 ανθρώπους, τη στιγμή που η Frontex ανέβαζε τον αριθμό αυτό στους 500.000.

Παρατηρούνταν δηλαδή όλους σχεδόν τους μήνες του 2015 μία μετάθεση ευθύνης ανάμεσα στην Ελλάδα και τα κράτη-μέλη της Ε.Ε., με την Ελλάδα να μην ξέρει προς τα πού θα πάνε όλοι αυτοί οι πρόσφυγες και μετανάστες, μιας και οι χώρες της Ένωσης δεν δέχονταν να προσδιορίσουν τον αριθμό αφού δεν είχαν δείγματα υπεύθυνης πολιτικής εκ μέρους της Ελλάδας και με τις χώρες της Ε.Ε. να κωλυσιεργούν ως προς τον καθορισμό της ποσόστωσης, η οποία μέχρι και σήμερα βρίσκεται σε διακηρυκτικό επίπεδο, αφού δεν έχει συμπεριληφθεί γραπτώς σε καμία συμφωνία Συνόδου Κορυφής.

refugees1 (1)

Για να φτάσουμε στον Νοέμβριο του 2015 και την επίσκεψη του Αλέξη Τσίπρα στην Τουρκία η οποία συνοδεύτηκε από την άρνηση της δεύτερης να κατασκευαστούν hot spot στο έδαφός της. Η Ε.Ε. προχώρησε τότε σε έναν συμβιβασμό αφού δεν διαπραγματεύτηκε απ’ ευθείας με την τουρκική κυβέρνηση και στη Σύνοδο Κορυφής του Δεκεμβρίου πρότεινε σε Ελλάδα και Τουρκία την παρουσία μιας ευρωπαϊκής ακτοφυλακής στο Αιγαίο (με υπολογισμό να λειτουργούσε τον Ιούνιο του 2016) ώστε να υπάρχει έλεγχος στην ούτως ή άλλως τεράστια θαλάσσια ακτογραμμή της Ελλάδας, κάτι που απέρριψαν και οι δύο χώρες.

Η μεν Τουρκία διότι η ευρωπαϊκή ακτοφυλακή θα οριοθετούσε τα σύνορα της Ένωσης σύμφωνα με τα ελληνικά -πάγια θέση της τουρκικής κυβέρνησης είναι η αμφισβήτηση των συνόρων αυτών- και άρα θα δημιουργούσε προηγούμενο, η δε Ελλάδα διότι εκ δεξιών της κυβέρνησης θεωρήθηκε ότι η παρουσία της ευρωπαϊκής συνοριοφυλακής ενδέχεται να απειλήσει την εθνική κυριαρχία της χώρας και εξ ευωνύμων λόγω της παραδοσιακής αριστερής «αναφυλαξίας» σε ό,τι έχει να κάνει με την εμπλοκή του στρατού σε πολιτικά ζητήματα.

Έτσι λοιπόν τέθηκε το θέμα της παρουσίας του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο -πρόταση που ήρθε από την Τουρκία- ως μόνη λύση για τον έλεγχο των προσφυγικών ροών, ενός οργανισμού γνωστού και στις δύο χώρες και τυπικά ουδέτερου σε ό,τι αφορά τα ελληνοτουρκικά θέματα.

Το προβληματικό ωστόσο, πέρα από την ούτως ή άλλως καθυστερημένη λήψη μέτρων για να υπάρχει έλεγχος στη θαλάσσια ακτογραμμή της Ελλάδας, είναι ότι μέχρι και την ημέρα της έναρξης της νατοϊκής παρουσίας δεν έχουν γίνει γνωστοί οι όροι με τους οποίους θα παρεμβαίνει στα χωρικά ύδατα (οι λεγόμενοι κανόνες εμπλοκής), καθώς και ο τρόπος με τον οποίο θα αναπτύσσεται η δύναμη στο Αιγαίο, γεγονός που καθιστά εξαιρετικά αμφίβολη την αποτελεσματικότητά του, όπως αναφέρει στο 3pointmagazine ο καθηγητής του πανεπιστημίου Αιγαίου, Παναγιώτης Τσάκωνας.

Το υπουργείο Εθνικής Άμυνας υπεύθυνο και για τη διαχείριση του προσφυγικού
Η προαναφερθείσα ελληνική δυσλειτουργία σχετικά με την καταγραφή και τον έλεγχο των ανθρώπων που βρίσκονται εντός της επικράτειάς της, έχει οδηγήσει και στο εσωτερικό της χώρας σε μία σειρά από σπασμωδικές κινήσεις οι οποίες καταδεικνύουν την ανυπαρξία μακροπρόθεσμης μεταναστευτικής πολιτικής (κάτι ωστόσο που δεν μπορεί να πιστωθεί αποκλειστικά στην Ελλάδα, μιας και το πρόβλημα είναι ευρωπαϊκό).

Μετά και την άρνηση της Τουρκίας να κατασκευάσει hot spot, το βάρος έπεσε στην Ελλάδα, η οποία προκειμένου να εκπληρώσει τις υποσχέσεις της για κατασκευή πέντε hot spot στα νησιά της Λέσβου, της Χίου, της Σάμου, της Κω και της Λέρου, μέχρι τη Σύνοδο Κορυφής του Φεβρουαρίου, αλλά και τη διάθεση δύο κέντρων φιλοξενίας στο Σχιστό Αττικής και στα Διαβατά Θεσσαλονίκης, ανέθεσε την 1η του μήνα στις ένοπλες δυνάμεις αυτό που μέχρι τότε δεν είχε καταφέρει ούτε το υπουργείο Μεταναστευτικής Πολιτικής ούτε η γενική γραμματεία Συντονισμού του κυβερνητικού έργου.

SURIYELI MULTECILER

Με τροπολογία που κατατέθηκε στις 17 Φεβρουαρίου (και στη συνέχεια εκδόθηκε σε ΦΕΚ στις 21 του μήνα) η συνδιαχείριση του προσφυγικού λόγω της ανθρωπιστικής κρίσης που έχει δημιουργηθεί, προβλέπεται πως «κατά παρέκκλιση κάθε άλλης διάταξης (…) το ΥΠΕΘΑ δύναται να διευθύνει και να συντονίζει, μαζί με την Υπηρεσία Ασύλου και Πρώτης Υποδοχής τις λοιπές δημόσιες υπηρεσίες που ασχολούνται με το προσφυγικό», ενώ δημιουργείται και Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Διαχείρισης της Μετανάστευσης που τελεί υπό την καθοδήγηση του ΥΠΕΑ και έχει στρατιωτική σύνθεση.

Πέρα από το προφανές συμπέρασμα ότι ο στρατός διαθέτει το expertise και άρα έχει υπάρξει πολύ πιο αποτελεσματικός στη διαχείριση των προσφυγικών ροών (στις αρμοδιότητές του είναι και η σίτιση, στέγαση, μεταφορά των προσφύγων) δημιουργούνται δύο τάσεις που επιθυμούν την απεμπλοκή του ή έστω την ανάληψη των ελάχιστων δυνατών αρμοδιοτήτων από μέρους του, όπως μας αναφέρουν στρατιωτικές πηγές.

Από τη μία όσοι είναι της άποψης ότι ο στρατός ως υπερασπιστής των εθνικών ιδεωδών δεν μπορεί να καταπιάνεται με θέματα όπως το προσφυγικό και από την άλλη όσοι μιλούν για θεσμικό έλλειμμα που δίνει χώρο σε φορείς όπως οι ένοπλες δυνάμεις, να αντικαθιστούν τη δημόσια διοίκηση, η οποία βέβαια εν προκειμένω έχει αποδειχθεί αναποτελεσματική.

Μένει να αποδειχθεί λοιπόν εάν η νατοϊκή παρουσία στα θαλάσσια σύνορα της χώρας και η διαχείριση της ανθρωπιστικής κρίσης από τις ένοπλες δυνάμεις στο εσωτερικό της, ήρθαν «για να μείνουν» ή εάν το κράτος θα είναι σε θέση να αναπτύξει άλλους μηχανισμούς, οι οποίοι θα επιδράσουν θετικά στη διαχείριση μιας από τις μεγαλύτερες τραγωδίες της σύγχρονης ιστορίας τόσο της Ελλάδας, όσο και της Ευρώπης στο σύνολό της

Σχόλια

X