Τριπλός ελληνικός, μανταλάκι πάλι στα μαλλιά, πρωινό εγερτήριο από τις 5.00, η πιο μεγάλη νύχτα φευγάτη, οι μέρες που μεγαλώνουν, ένα ταξίδι στα «σκαριά», χειμώνας στην πόρτα μου κι εγώ ανέτοιμη για υποσχέσεις. Κουβέντες και κρασιά με την Εύα -αγαπημένη συνταξιδιώτισσα τα τελευταία χρόνια που όλο με ξαφνιάζει- υπαρξιακές ανησυχίες, απροετοίμαστες και οι δυο για τα χρόνια και τα χιόνια.

Παρέα από τα ξημερώματα ο Rene Aubry, ο Μπουκόφσκι επίκαιρος με το μήνα με τους φωτισμένους ανθρώπους και τα σβηστά φώτα, μουσικές και μελωδίες γιορτινές, ψεύτικες αγκαλιές σε αληθινές ανάγκες, άνθρωποι που ακροβατούν σε τεντωμένες χορδές, φίλοι με δεκανίκια κι εγώ με δυο ξύλινα πόδια που χθες ανακάλυψα ότι τα τρώει σαράκι!

Παπούτσια δεν αγόρασα πάλι. Τα βιβλία του Αργύρη Χιόνη τοποθετημένα στη σειρά πάνω στο τραπέζι κι εγώ βαφτίζω αυτές τις μέρες με το όνομα του. «Ποτέ δεν είχα σώας τα φρένας, σαλεμένες τις είχα, αλλά αυτές οι σαλεμένες σώο με κράτησαν μέσα σ’ αυτό τον ανελέητο κόσμο της λογικής». Η λεπτή κλωστή που χωρίζει την τρέλα από τη λογική. Δοκιμάζοντας όρια, φλερτάροντας με την τρέλα, βουτώντας στην κατάθλιψη, αγωνιώντας για την ύπαρξη μας, το πέρασμα, το προσωρινό, το επίγειο, το μάταιο, το αναλώσιμο.

Δευτέρα σήμερα. Μέρες, μήνες, χρόνια, λύπη, λείπεις! Τα λογοπαίγνια που μας κράτησαν όρθιους, κίβδηλους, ανειλικρινείς, ανίκανους για την παραδοχή της ήττας μας!

Δευτέρα σήμερα, ελπίζοντας σε μια γέννηση που θα καταργήσει το θάνατο. Γιατί, από καταβολής κόσμου, εύκολα μπορούσαμε να θυσιάσουμε κάποιον για να σώσουμε το τομάρι μας!

Δευτέρα σήμερα. Έχοντας σώας τας φρένας δηλώνω το δυσβάστακτο της ασυνεννοησίας με τους καιρούς, τα ήθη, την αγάπη!

Αν έγραφα ποτέ τη διαθήκη μου, μόνο σε σένα θα άφηνα τα βιβλία μου…

«Αφήνω σε σένα όλες τις σκέψεις μου, τα σημειωματάρια μου, τις μουτζούρες μου, τα σημειώματα στα πακέτα των τσιγάρων, τα στιχάκια στους εξωτερικούς τοίχους άγνωστων σπιτιών που έγραφα τις νύχτες που μου έλειπες φριχτά και ανελέητα, τα ημερολόγια που έγραφα μόνο για σένα.

Αφήνω σε σένα τα λευκά φανελάκια μου που είχαν το μυρωδιά σου, τη σκιά σου, το αίμα σου, τον ιδρώτα σου και τα φορούσα κατάσαρκα για να γίνω εσύ.

Αφήνω σε σένα όλα όσα θέλησα, όσα αγάπησα, όσα πόθησα. Ένα ηλιοβασίλεμα στη Δόξα, μια αστροβραδιά στην Κέρκυρα, μια πανσέληνο στα Λευκά όρη, μια κατσιφάρα στον Όλυμπο, μια μπόρα στη Φλωρεντία, μια ομίχλη στην Πίνδο!

Αφήνω σε σένα την κραυγή μου όταν σε περίμενα και δεν ήρθες, όταν ήρθες κι έφυγες, όταν με φίλησες και μου γράπωσες την καρδιά.

Αφήνω σε σένα τα τσιγάρα μου, τον αναπτήρα, την κούπα για τον καφέ, τα ποιήματα του Πατρίκιου, του Καρούζου, του Λειβαδίτη. Να δεις τις υπογραμμισμένες λέξεις που με καθόρισαν, τις φράσεις που πάντα μου θύμιζαν εσένα.

Αφήνω σε σένα κι εσένα. Να σε βρεις, να πιστέψεις, να αναθαρρέψεις, να ζήσεις! Μονάχα να ζήσεις! Να βγεις από τις κλειστές κάμαρες και τα ανήλιαγα μπουντρούμια. Να δεις που σ’ αγαπούσα από τότε που γεννήθηκα!»

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X