Μέσα στο χειμώνα δειλά- δειλά ξεπρόβαλε ο ήλιος εδώ και κάμποσες μέρες. Στα παγκάκια λιάζονται τα 16χρονα και ανταλλάζουν λόγια αγάπης. Δεν έχω πιο όμορφη και ατόφια αλήθεια! Όλα τα άλλα μυρίζουν καμφορά και ναφθαλίνη. Φαντάσου το κάδρο! Τα 16χρονα με τη φράντζα, άγουρα, με θράσος κι ο κόσμος καθαρτήριο και κρεματόριο.

Ξυπνώ από έναν ύπνο βαθύ, αλλιώτικο. Η αίσθηση του χρόνου χαμένη. Ποιον αιώνα διανύω; Ποια χρονιά μπλέχτηκε στα πόδια μου; Μια κούπα καφέ! Ο γάτος γουργουρίζει ευχαριστημένος από τα ανοιχτά μου μάτια.

Είναι εκείνες οι μέρες που έχουν κενά. Ούτε μνήμες, ούτε αγωνίες, ούτε αναμονές. Ο κονιορτός έχει κάτσει μα δεν φαίνεται τίποτα. Ανοίγω τον υπολογιστή. Πρωινή παρέα την ώρα που δεν κυνηγάς κανένα όνειρο. Η έμπνευση που χάθηκε. Δεν έχεις λέξεις. Δεν έχεις ιδέες. Δεν έχεις σκοπό.

Μου ‘χει στείλει ένα μήνυμα. Δεκαεξάχρονο τυπάκι με σκουλαρίκι και ηλεκτρική κιθάρα παντιέρα για τις ζόρικες επαναστάσεις. Το ‘χω ξαναγράψει: Η μουσική σώζει. Είναι σαν την πρόληψη κι αυτή. Ένα ποίημα άμετρο. Τον ξέρω από μωρό. Κάνει το μαθητή μου μερικές φορές κι εγώ παριστάνω την καθηγήτρια του. Ενίοτε αλλάζουμε και ρόλους. Δε λέμε πολλά. Όταν τον βλέπω σηκώνω το χέρι κι εκείνος χτυπά την παλάμη του στη δική μου με φόρα. Κι ύστερα οι σιωπές λένε περισσότερα. Πριονίζουν τις αυταπάτες της εφηβείας. Μην τα βάλεις ποτέ με εκείνη την ηλικία! Θα χάσεις. Ο δρόμος είναι μπροστά. Πίσω το τίποτα.

Το διαβάζω. Δεν ξέρω γιατί μου το έστειλε. Τον ρωτάω:

– Θέλεις τη γνώμη μου;
– Ναι.

Ξερό, μονολεκτικό. Δεν έχει πολλά πολλά.

– Είναι όμορφο. Να συνεχίσεις. Ευχαριστώ που το μοιράστηκες μαζί μου.

Παίρνω εκείνη τη συγκινητική απάντηση που με κάνει να ευγνωμονώ την τύχη μου που δεν έγινα ποτέ αρχαιολόγος αλλά καθηγήτρια:

– Εσύ με είχες παροτρύνει κάποτε να γράψω. Σκέφτομαι να το κάνω τραγούδι.

Δεκαεξάχρονο τυπάκι με σκουλαρίκι και ηλεκτρική κιθάρα παντιέρα. Να σολάρει δυνατά και να φτύνει τους θυμούς που του φόρτωσαν οι μεγάλοι. Να γράφει ποιήματα και να τα κάνει τραγούδια. Έχει η κάθε εποχή τους δικούς της επαναστάτες! Κρατούν κιθάρες κι αρμενίζουν την πόλη. Γράφουν νότες, παίζουν ακόρντα, διαβάζουν φυσική και κάνουν πειράματα για να ζήσουν τα καλύτερα όνειρα. «Έχε το νου σου στο παιδί»!!!!!

Ονομάζεται Μύρωνας Θεοχαράκης. Δεν αγαπά τα πολλά λόγια. Δε γουστάρει τους κούφιους ανθρώπους. Έγραψε το πρώτο του ποίημα. Αξίζει να ακουστεί η φωνή του. Να θυμάστε το όνομα του. Μια μέρα θα γίνει σπουδαίος!

Εγώ θα είμαι πάντα με το μέρος των παιδιών. Των δικών μας παιδιών!!!!

Είπαν πως ήταν ήρωας
Έπεσε στον πόλεμο
Για τη ελευθερία.
Όμως η μάνα του
Δεν ελευθερώθηκε ποτέ
Από τη βαριά κατοχή του πόνου
Είπαν πως ήταν ήρωας
Έχασε τη ζωή του στον πόλεμο για την εξουσία
Έπεσε ηρωικά για τη νίκη
Όμως! Κανείς δεν είναι νικητής σα δε γυρνά στο σπίτι του
Ήταν απλός στρατιώτης
Με το ξεκίνημα της νιότης του σκοτώθηκε
Στον πόλεμο για τα μεγάλα συμφέροντα
Με τον καιρό ξεχάστηκε
Μονάχα το όνομα του χαράχτηκε στην πλάκα κάποιου ηρώου
Μαζί με άλλους ήρωες
Στη στήλη του θανάτου…

Σχόλια

X