Ο Χασάν κοιτάζει μελαγχολικά τον ουρανό από το αυτοσχέδιο παραθυράκι της παράγκας που ζει με άλλους συμπατριώτες του από το Μπανγκλαντές στη Μανωλάδα. «Ήταν λάθος που ήρθα στην Ελλάδα», μονολογεί, ενώ τραβάει μερικές ρουφηξιές απ΄ το τελευταίο τσιγάρο του πακέτου.

Τα μαλλιά του, παρότι 26, έχουν ασπρίσει. Τα 4 χρόνια που είναι στην Ελλάδα, έχει ζήσει περισσότερες δυσκολίες από ανέσεις, περισσότερες λύπες από χαρές. «Περίμενα φίλε να έρθω στη χώρα σας και να ζήσω σαν άνθρωπος. Πλέον ζω χειρότερα απ΄ ότι ήμουν στο Μπαγκλαντές».

Ο Χασάν ήταν ανάμεσα στους εργάτες που δέχτηκαν την επίθεση με όπλα από τους μπράβους-επιστάτες του μεγαλοπαραγωγού Βαγγελάτου. Ζήτησαν τα δεδουλευμένα τους και αντί χρημάτων πήραν σφαίρες. Η επίθεση καταδικάστηκε, σχεδόν από το σύνολο της κοινής γνώμης, όμως τα θύματα της είναι σαν να εκτίουν αυτά τιμωρία. Ζουν σε παραπήγματα, χωρίς βασικές παροχές όπως ρεύμα και νερό.

Σε ένα από αυτά τα παραπήγματα – θερμοκήπια, που το καλοκαίρι πιάνουν τους 60 βαθμούς, συναντήσαμε και τον Χασάν. «Όλη μέρα είμαι σπίτι. Αν μπορείς να το πεις αυτό σπίτι», λέει. Ο Χασάν αναγκάζεται, όπως και οι περισσότεροι, να μένει στον καταυλισμό γιατί δεν έχει άλλη επιλογή. Είναι άνεργος, δεν έχει χαρτιά, ενώ οι μπράβοι του Βαγγελάτου, όπως καταγγέλλεται από τους εργάτες, τους απειλούν συνεχώς όπου τους πετύχουν. «Νιώθω ότι είμαι σε φυλακή. Δεν έχω επιλογές, απλώς ελπίζω».

xasan 2

Αποτελεί συνηθισμένο φαινόμενο να προσλαμβάνονται από τους παραγωγούς εργάτες χωρίς χαρτιά. Παρότι τα πρόστιμα είναι υψηλά, η ελαστικότητα της αστυνομίας απέναντι στους εργοδότες και ο αυξημένος αυταρχισμός σε βάρος των μεταναστών, δίνει ένα σημαντικό πλεονέκτημα στους εργοδότες. Όταν φτάνουν οι πληρωμές, τις αποφεύγουν δια της απειλής. Το εντυπωσιακό είναι ότι σε περιοχές όπως η Μανωλάδα δεν υπάρχουν Έλληνες εργαζόμενοι στα χωράφια. Παρόλα αυτά, οι μετανάστες αντιμετωπίζονται με τον χειρότερο τρόπο.

«Εμείς ζητάμε μόνο δουλειά. Δεν προκαλούμε ούτε φασαρίες, ούτε κλέβουμε. Δώστε μας χαρτιά για να δουλέψουμε και να ζήσουμε σαν άνθρωποι». Τα λόγια του Χασάν αρχίζουν να βαραίνουν από καημό. «Δεν έχω στείλει ούτε ένα ευρώ, εδώ κι ένα χρόνο στην οικογένειά μου. Δεν έχω παιδιά, αλλά έχω τ΄ αδέρφια μου και τους γονείς μου. Στη μάνα μου λέω ότι δεν μου λείπει τίποτα. Οτιδήποτε άλλο θα τη σκότωνε».

Η δίκη για την επίθεση στη Μανωλάδα βαίνει στο τελικό της στάδιο. Η απονομή δικαιοσύνης αποτελεί το ένα κομμάτι για τους εργάτες μετανάστες. Το άλλο κομμάτι αφορά το μετά. Το πώς θα ζήσουν από εκεί κι ύστερα. Εξαντλημένοι από τις κακουχίες, δεν αντέχουν να κάτσουν άλλο στα παραπήγματα. Θέλουν μια κανονική ζωή.

Όταν ρωτάω τον Χασάν πώς σκέφτεται τον εαυτό του στο μέλλον απαντά: «Το μόνο που σκέφτομαι είναι η επόμενη φορά που θα δώσω ξανά χρήματα στην οικογένειά μου.» Κι αυτό ισχύει για όλους. Έφυγαν από τις πατρίδες τους για ένα καλό μεροκάματο, που θα τους έδινε τη δυνατότητα να χτίσουν τη ζωή τους με καλύτερους όρους. Η Ελλάδα των ευκαιριών όμως δεν είναι η χώρα που αγκαλιάζει τον βασανισμένο, αλλά η χώρα που τον σπρώχνει ακόμα περισσότερο στην απόγνωση.

Σχόλια

X