Είναι κάποιες μέρες άγριες. Κάποιες νύχτες περισσότερο. Βρίσκεσαι στο μηδέν. Με μουδιασμένα μάτια παρακολουθείς. Με ανοιχτά, ορθάνοιχτα αυτιά ακούς λέξεις. Οι λέξεις πονάνε. Οι άνθρωποι σε πονάνε περισσότερο. Οι λέξεις που λένε οι άνθρωποι. Οι «δικοί» σου άνθρωποι. Προσδοκίες που γκρεμίστηκαν. Γίνονται ένα, άμορφη μάζα με μορφή ανθρώπου. Οι δικοί σου, οι πιο ξένοι.

Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ. Επέμεναν τα κορίτσια. «Πάμε! Θα αλλάξεις παραστάσεις. Θα γελάσουμε.» Θα γελάσουμε με τη ματαίωση, με το φευγιό, με την απογοήτευση. Άνθρωποι που απογοητεύουν και άνθρωποι που γοητεύουν! Αντιθετικά ζεύγη ο κόσμος όλος. Πυθαγόρεια προσέγγιση της ζωής. Να το δεχτείς και να πας παρακάτω. Πού; Πηχτό θειάφι κίτρινο στα μάτια. Να βλέπεις πάλι ξεθωριασμένα χρόνια.

«Πάμε! Θα γελάσουμε». Τη μια κλαίμε, την άλλη γελάμε. Άλλο δεν έχει. Στα άκρα. Το απόλυτο. Πάντα έτσι πορευόμουν. Να βαραίνουν τα βαρίδια στα πόδια. Απόκληρες οι στιγμές. Να εγκαταλείπεις την ψυχή πίσω και να παίρνεις το κουφάρι μόνο μαζί σου. Έχει κι από αυτά ο άνθρωπος. Τι νόμιζες δηλαδή; Έχει κι από αυτά αμέτρητα. Λεπτή η ισορροπία. Είναι ο χαρακτήρας. Άτιμο πράγμα! Τον κουβαλάς από τα γεννοφάσκια σου. Άτιμη εκείνη η φασκιά!

Πραισός, Χανδράς, Καρύδι, Πισκοκέφαλο, Σητεία! Τα μέρη του Κορνάρου. Έχει Ερωτόκριτους και Αρετούσες ο τόπος! Έχει και βιτζέντζους ακόμη! Βρέθηκα κι εγώ σε ένα τραπέζι με ανθρώπους πολλούς, άγνωστους, ετερόκλητους. Τα γλέντια της εποχής. Φτερά στους ώμους και ταξίδια. Το κουφάρι μου σκέτο, ξερό, αναίμακτο εκεί δίπλα. Να βγαίνει έξω να παίρνει ανάσες και ξανά να βουτά στα πιο βαθιά νερά. Σε ένα ανέβασμα, σε μια αστραπή πριν τη μεγάλη μπόρα τους αντίκρυσα. Μη δω ηλικιωμένο! Τα τιμημένα γηρατειά! Όλη η σοφία σε εκείνα τα δυο λευκά κεφαλάκια ακουμπισμένα το ένα στο άλλο. Έχεις δει αντίβαρα; Δυο χιονισμένα κεφάλια που αγαπιούνται 65 χρόνια. Ο Θανάσης και η Χριστινούλα. Αν πεις Χριστίνα δεν την ξέρει κανείς. Δυο ζευγάρια θολά μάτια που λαμπυρίζανε μέσα στον κόσμο. Λαμπυρίζει το θαμπό; Κι όμως. Φέγγει σαν αστραπή, σπίθες πετά και εύχεσαι να αρπάξεις κι εσύ φωτιά.

Την έκλεψε. Πριν προλάβει να του την πάρει άλλος. Και πήγαν πεζοί μακριά να κρυφτούν και να γλιτώσουν τον έρωτά τους από τα πρέπει του κόσμου. «Ήταν όμορφη, Κλειώ μου! Κούκλα! Πώς να κρατηθώ ο έρμος είκοσι χρόνων παλικαράκι; Την πήρα και κρυφτήκαμε. Εξήντα πέντε χρόνια μαζί». Ο Θανάσης το παλικαράκι ετών 87 και η Χριστινούλα 83! Να μεγαλώνεις με αγάπη! Φαντάσου ευλογία! Να φτάνεις σε αυτή την ηλικία και να γέρνεις το λευκό κεφάλι σε ένα τέτοιο ώμο! Να κρατάς ένα ρυτιδιασμένο χέρι, στραπατσαρισμένο χαρτί και να λες ότι είναι όμορφος ακόμα ο άνθρωπος σου γιατί έχει το μέσα του ατόφιο, ακέραιο, όλο δικό σου.

Άνθρωποι που απογοητεύουν και άνθρωποι που γοητεύουν! Μου έρχεται ξανά και ξανά στο νου η κουβέντα του «δικού» μου ανθρώπου κόντρα με την εικόνα που αντικρίζω: «Δεν είμαι τόσο ερωτευμένος μαζί σου ώστε να…» Λες και ο έρωτας έχει μέτρο. Άμετρος, αμόλυντος, αθεράπευτος, αναμάρτητος τρυπώνει στα γλέντια των ανθρώπων, πίνει από τα ποτήρια τους, ακουμπά τρυφερά στο μάγουλο, σηκώνει βουνά και τα μετακινεί, αγκαλιάζει με δοτικότητα και χαρίζει τον εαυτό του. Όποιος έχει μονάδα μέτρησης έχασε την ευκαιρία. Δεν είναι μπακάλικο να μετρήσεις τι πήρες και τι χρωστάς!

Ο Θανάσης και η Χριστινούλα πολεμούν ακόμα. Και γελούν, φλυαρούν ακατάπαυστα, λένε ιστορίες όμορφες, αγαπούν, δίνονται, ξοδεύονται, χαρίζονται και κερνούν απλόχερα καλές κουβέντες και ευχές. Είναι ο παππούς και η γιαγιά όλων μας!

Να αξιωθούμε μια τέτοια αγάπη! Τόσο καθαρή, αγνή, αέναη, αθεράπευτη! Να αρρωστήσουμε έτσι και να κρατήσουμε μέχρι το τέλος βαριά άρρωστοι μα αγαπημένοι! Να αγαπήσουμε και να αγαπηθούμε τόσο πολύ!

Ευχαριστώ τον παππού Θανάση και τη γιαγιά Χριστινούλα που μου έδειξαν πως η Αρετούσα και ο Ερωτόκριτος ζουν ακόμα. Τους ευχαριστώ που με φιλέψανε τις πιο προσωπικές ιστορίες τους, που με άφησαν να κοιτάξω από την κλειδαρότρυπα της καρδιάς τους, που μου έδωσαν τις πιο ωραίες ευχές, που χάρισαν την ελπίδα πως υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ξέρουν να αγαπούν πραγματικά!

Ο παππούς και η γιαγιά μου που τους γνώρισα μόλις χθες μα θαρρώ πως τους ήξερα πάντα!

unnamed (7)

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X