*αν δεν έχω αγάπη δεν είμαι τίποτα

Τέσσερις μέρες στην πρωτεύουσα. Ταξίδι δώρο από αγαπημένα πρόσωπα. Με ήθελαν μαζί τους. Συνταξιδιώτισσες στην πολυκοσμία, τη βουή των δρόμων, στην κάψα του καλοκαιριού. Είναι το μοίρασμα που ‘χει αξία στις ζωές μας. Μπερδεμένες κι αυτές. Τι να λέμε τώρα! Έχουν τα ανεκπλήρωτα παντιέρες. Τα ανικανοποίητα. Σιγοντάρει η μια, συμπληρώνει η άλλη. Κουμπώνουν οι ανάγκες μας. Μοιάζουν σαν τρεις σταγόνες νερό.

Παιδί της επαρχίας. Παιδί της θάλασσας. Τα έχουμε ξαναπεί αυτά. Ήθελα να ανήκω στα μικρά, τα ήρεμα, τα καλοσυνάτα, τα ευγενικά. Ήθελα να βλέπω μπλε ουρανό τη μέρα και φεγγάρι καρφιτσωμένο πάνω του σα πόστερ τη νύχτα. Από άλλα μπαλκόνια έβλεπα τη ζωή μου. Άλλη θέα ονειρευόμουν. Ήθελα να τρέχω και να έχω ένα λόγο. Δεν ονειρεύτηκα ποτέ τη φασαρία των δρόμων. Δε φαντάστηκα ποτέ να σέρνω το σώμα μου στους μεγάλους δρόμους. Δεν ευχήθηκα ποτέ να ζήσω σε μεγάλες πόλεις.

Τέσσερις μέρες στην πρωτεύουσα. Πάνω κάτω οι ίδιοι δρόμοι. Τόσο διαφορετικοί όμως μέσα μου. Είχα χρόνια να πάω. Μου θύμιζε ένα έρωτα κουφάρι αφημένο στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Φοβόμουν να το αγγίξω. Αν πήγαινα θα τον ζούσα πάλι. Θα τον ξυπνούσα από το λήθαργο. Θα ανακινούσα τη μνήμη. Καλύτερα να μην τα αγγίζεις κάποια πράγματα. Έχουν το λόγο τους οι νανουρισμένες αναμνήσεις. Αξίζουν το σεβασμό οι νεκροί έρωτες σου. Μα μη θαρρείς πως είσαι απόλυτα ασφαλής από το μυαλό σου. Θα βρει τον τρόπο να σε διαψεύσει. Θα βρει τρόπο για την αντανάκλαση της μνήμης. Θα το δεις πάλι μπροστά σου στους γνώριμους δρόμους, στα στέκια, στα σοκάκια της Πλάκας κι ας μην είναι πια εκεί.

Είχαν περάσει χρόνια. Στην πολύβουη πρωτεύουσα όλα είχαν αλλάξει κι όλα ήταν ίδια. Είδα φίλους, αγάλματα, σκιές, φαντάσματα. Είδα τη ζωή μου τότε και τώρα. Είδα εκείνον να με κρατά από το χέρι και να σεργιανίζει τις ανάγκες μου στο Μοναστηράκι και στο Θησείο. Είδα το μαζί, το πάντα και το ποτέ να με χλευάζουν, να με περιγελούν και να μου κλείνουν το μάτι προκλητικά που πίστεψα σε λόγια όμορφα και πράξεις κούφιες.

«Σκέφτομαι πως χάνεται η αγάπη στις λέξεις, πως οι εικόνες γίνονται ασπρόμαυρες, ξεθωριασμένες φωτογραφίες, πως οι σκιές μας στοιχειώνουν σε όλη τη ζωή μας, πως οι άνθρωποι λέμε πολλά ψέματα, πως το μαζί είναι ουτοπία, πως οι έρωτες αγαπούν τον εγωισμό, πως ό,τι όμορφο ζούμε είναι ψευδαίσθηση». Έτσι τους απάντησα όταν με ρώτησαν τι σκέφτομαι. Και από ψηλά ο Παρθενώνας να στέκεται αγέρωχος, πεισματάρης και να κοιτά την πολύβουη πρωτεύουσα.

Κάπου κοντά στα Εξάρχεια χάθηκε από το οπτικό μου πεδίο. Μπορεί να έφταιγε και το κρασί. Ήπιαμε στις χασούρες και στα κερδισμένα. Άνιση η κατανομή. Πάντα θα γέρνει η ζυγαριά. Ήπιαμε και στα νιάτα που κάθονταν δίπλα μας σ’ εκείνη την αναδρομή στο παρελθόν. Και σκέφτηκα πως οι άνθρωποι που δεν έχουν αγάπη για να δώσουν είναι ανάπηροι και λίγοι και μικροί. Και σκέφτηκα πως οι άνθρωποι με τις παγωμένες καρδιές πρέπει να είναι πολύ δυστυχισμένοι. Και σκέφτηκα πως αυτούς που αγαπήσαμε πολύ πρέπει να τους αφήσουμε σ’ εκείνη τη μεγάλη πρωτεύουσα και να ανοίξουμε πανιά.

Είδα το χέρι του και πήρα την απάντηση που έψαχνα. Ένιωσα γεμάτη, πλήρης, ανάλαφρη. Βρήκα το σημάδι που αναζητούσα. Να αγαπάτε. Να μοιράζετε την αγάπη κάθε μέρα. Να είναι σα μια μπουγάδα με ασπρόρουχα καθαρά ρούχα που λάμπει στον ήλιο. Να αγαπάτε τα λάθη και τα σωστά γιατί είναι δικά σας παιδιά. Δε θα μείνει τίποτα όρθιο χωρίς την αγάπη που αφήνει πληγές και σκιές. Γιατί εκείνη είναι η πιο επώδυνη αλλά ουσιαστική επανάσταση που μπορούμε να κάνουμε σ’ αυτή τη ζωή. Για την άλλη βλέπουμε…

Υ.Γ Ο Ρήγας είναι κρητικός και έχει ένα μαγαζί στα Εξάρχεια. Είναι ευγενικός, καλοκάγαθος, αναρχικός. Μαγειρεύει με μεράκι και αγάπη. Στο μπράτσο του έχει φτιάξει αυτό το τατουάζ για να μην ξεχνά να θυμάται. Αν βρεθείτε εκεί, πηγαίνετε. Ίσως να δείτε αλλιώς τη ζωή ανάμεσα στα γκράφιτι και στα συνθήματα των Εξαρχείων. Μπορεί η επανάσταση να αρχίζει τελικά από την αγάπη!

 

 

Σχόλια

X