Ακόμα κι ο Steve Jobs άκουγε βινύλιο.

Ο εκλιπών ιδρυτής της Apple, ο οποίος με τα iTunes έφερε επανάσταση στη μουσική βιομηχανία για την online εποχή, “άκουγε βινύλιο” στο σπίτι του, ανέφερε ο Neil Young το 2012. Ο Young, που τώρα διατυμπανίζει το αξίας $399 high-definition PonoPlayer του, έχει μερίδιο στη μυθοποίηση του ήχου ποιότητας στούντιο, αλλά δεν είναι ο μόνος πιστός. Ενώ τα συμπιεσμένα mp3 αρχεία και οι ψηφιακές streaming υπηρεσίες από το YouTube στο Pandora έχουν γίνει κανονικότητα στον τρόπο που ακούς μουσική, οι πωλήσεις βινυλίου έχουν εκτοξευτεί από λιγότερο από ένα εκατομμύριο το 2007, σε ενδεχομένως περισσότερα από οκτώ εκατομμύρια φέτος, μόνο στις ΗΠΑ -εν μέρει χάρις στην άποψη ότι το βινύλιο ακούγεται καλύτερα.

Είναι αλήθεια αυτό; Περίπου. Εξαρτάται. Ο δίσκος βινυλίου έχει μια μορφή βασισμένη σε τεχνολογία που δεν έχει εξελιχθεί πολύ τις τελευταίες έξι δεκαετίες: Κάτα κάποιο τρόπο, είναι το ηχητικό αντίστοιχο του να οδηγείς ένα Ford Pilot. Ηχητικά, το βινύλιο υπερτερεί, αλλά έχει και αδυναμίες συγκρινόμενο με τα ψηφιακά αρχεία, όπως ακριβώς οι φίλοι του κινηματογράφου διαπληκτίζονται για τα υπέρ και τα κατά του φιλμ 35mm ενάντια στο 4K digital. Για να αναλύσουμε τι μπορεί πραγματικά να κάνει το βινύλιο, μιλήσαμε με τον Adam Gonsalves από το Portland’s Telegraph Mastering. Ο Gonsalves έχει εργαστεί με καλλιτέχνες που εκτείνονται από τον Sufjan Stevens έως τον Steve Aoki και είναι περήφανος ιδιοκτήτης ενός τόρνου Scully των 60s, της συσκευής με τη μύτη από ρουμπίνι που κόβει δίσκους για επιμετάλλωση και παραγωγή βινυλίου.

Ο μηχανικός Adam Gonsalves στο Telegraph Audio Mastering εξηγεί τους τόρνους, τα lacquers (το “καλούπι”) και πώς να κόψεις ένα master βινυλίου. Πριν από το ζύγισμα των, ας πούμε, καλών και κακών πλευρών του βινυλίου, βοηθάει να γνωρίζουμε πως κατασκευάζονται οι δίσκοι. Εν ολίγοις, ένας μηχανικός όπως ο Gonsalves λαμβάνει μιξαρισμένες ηχογραφήσεις από το στούντιο (ή ακόμα και από το laptop ενός συγκροτήματος) για να κάνει το mastering και να κόψει lacquers, τα οποία στέλνονται για να εντυπωθούν από πρέσες και να γίνουν εκατοντάδες ή χιλιάδες δίσκοι βινυλίου. Δεν κάνουν όλοι οι μηχανικοί mastering καλούπια -τόρνοι έχουν σταματήσει να κατασκευάζονται εδώ και δεκαετίες και είναι δυσεύρετοι, κάτι που κρατάει ιδιοκτήτες σαν τον Gonsalves απασχολημένους- και συχνά στον Gonsalves στέλνονται ψηφιακά αρχεία για να δουλέψει με αυτά, και όχι η τελείως αναλογική ταινία που κάποιος θα περίμενε.

Τα θετικά

“Το βινύλιο είναι η μόνη μορφή αναπαραγωγής από αυτές που υπάρχουν που είναι εντελώς αναλογική και χωρίς απώλειες”, λέει ο Gonsalves. “Χρειάζεσαι απλά ένα αξιοπρεπές πικάπ με μια αξιοπρεπή βελόνα και είσαι έτοιμος να απολαύσεις μια ηχητική εμπειρία απόλυτης πιστότητας. Είναι λίγο περισσότερο αλάνθαστο και λίγο λιγότερο τεχνικό”.

Η αναλογική μορφή επιτρέπει στους καλλιτέχνες να μεταφέρουν τη μουσική τους από τη μαγνητική κασέτα σε LP, στα ηχεία ή τα ακουστικά σου, χωρίς τις περιπλοκές της ψηφιακής μετατροπής. Ιδανικά, αυτό είναι το πιο κοντινό που μπορεί κάποιος να φτάσει σε αυτό που σκόπευε ο καλλιτέχνης -αν ο καλλιτέχνης ηχογραφούσε σε ταινία και έστελνε τις μπομπίνες σε κάποιον μηχανικό όπως ο Gonsalves για να κόψει καλούπια master. Αλλά είτε ψηφιακό είτε αναλογικό, ένας δίσκος βινυλίου θα έπρεπε να έχει περισσότερες μουσικές πληροφορίες απ’ ότι ένα αρχείο mp3- ώστε να αποτελεί βελτίωση για υπηρεσίες streaming όπως το YouTube ή το SoundCloud.

Μαχόμενοι στους πολέμους της ηχηρότητας: Η ψηφιακή μουσική μηχανική, ειδικότερα για τη “ραδιοφωνική” μουσική, συχνά αμαυρώνεται από μια κούρσα εξοπλισμού έντασης, που οδηγεί σε κοπιαστικά, υπερ-συμπιεσμένα τραγούδια που στριμώχνουν τη δυναμική και την υφή που δίνουν στις ηχογραφήσεις το βάθος και τη ζωτικότητα τους. Η ένταση του βινυλίου εξαρτάται από το μήκος των πλευρών του και το βάθος των ραβδώσεων του, κάτι που σημαίνει ότι ένα άλμπουμ με μάστερινγκ ειδικά γι αυτή τη μορφή πιθανότατα έχει περισσότερο χώρο να “αναπνεύσει”, σε σχέση με το περιορισμένο ψηφιακό αντίστοιχο του. Όσο “μακρύτερο” είναι ένα άλμπουμ, τόσο πιο ήσυχο γίνεται: Ο Gonsalves μου έπαιξε το ντεμπούτο full album των Interpol και ένα 12ιντσο single του Billy Idol, και η διαφορά στα ντεσιμπέλ -χωρίς την παρεμβολή distortion- ήταν αξιοπρόσεκτη.

Ο ζεστός ήχος του βινυλίου: “Νομίζω ότι αυτό είναι που αρέσει στους ανθρώπους για αυτό (το βινύλιο): θυμίζει έντονα τον τρόπο που οι άνθρωποι ακούν τη μουσική οργανικά”, λέει ο Gonsalves. “Έχει πολλές μεσαίες και είναι πολύ ζεστός”, ένας ήχος που κολακεύει της θορυβώδεις rock n’ roll κιθάρες.

Τα αρνητικά

Το “τελείως αναλογικό” δεν συμβαίνει πάντα: Πολλοί σύγχρονοι δίσκοι βινυλίου παράγονται από ψηφιακά masters, είτε οι ηχογραφήσεις γίνονται εγγενώς σε software όπως το ProTools ή μετατρέπονται από ταινία πριν σταλθούν για μαζική παραγωγή. Όταν επισκέφθηκα τον Gonsalves, δούλευε το καινούριο άλμπουμ των My Brightest Diamond -από τον υπολογιστή του. Αλλά η μετατροπή από αναλογικό σε ψηφιακό (και ανάποδα) έχει προοδεύσει λίγο από τη γέννηση του CD, και ο Gonsalves λέει ότι ζητά για αρχεία υψηλής ανάλυσης των 24bit για να κάνει το mastering αν πρόκειται για ψηφιακά.

Και πάλι, καθώς καλλιτέχνες και εταιρείες στρέφονται στη μόδα του βινυλίου, κάποιες κυκλοφορίες βινυλίου μπορούν να υποστούν mastering από ήχο σε ποιότητα CD, όχι στην υψηλής ανάλυσης μορφή που λατρεύουν τύποι όπως ο Neil Young. Ακούγεται περισσότερο ακριβές ένα άλμπουμ σε ποιότητα CD καλύτερα σε βινύλιο απ’ ότι σε CD; Όχι. Αλλά θα ακούγεται περισσότερο “βινυλιακό”, αν αυτό προτιμάς.

“Βασικά δεν υπάρχει τίποτα που να μπορείς να κάνεις για να καταφέρεις ένα άλμπουμ ωριαίας διάρκειας να ακούγεται καλά σε ένα μόνο δίσκο”, λέει ο Gonsalves. Το βινύλιο είναι ικανό για πολλά, αλλά μόνο αν οι ραβδώσεις του είναι αρκετά πλατιές για να τις “ανιχνεύσει” καλύτερα η βελόνα. Μεγαλύτερο άλμπουμ σημαίνει πιο λεπτές ραβδώσεις, χαμηλότερο ήχο και περισσότερο θόρυβο. Ομοίως, οι κροταλιστικοί ήχοι της dubstep δεν είναι φτιαγμένο για το πικάπ σου. “Αν έφερνες Skrillex στα Motown Studios, θα σου έλεγαν ότι δεν κόβεται με τίποτα!”, λέει ο Gonsalves, χάρη στον περιορισμό που βάζει η υψηλής ενέργειας μουσική στο ταξίδι της βελόνας.

Το βινύλιο παλεύει με το ζενίθ και το ναδίρ: Υψηλής συχνότητας ήχοι (κύμβαλα, hi-hat) και sibilance (σκέψου ήχους “σίγμα”) μπορεί να προκαλέσουν το άσχημο τρίξιμο του distortion, ενώ το βαθύ μπάσο μοιρασμένο μεταξύ του αριστερού και το δεξιού καναλιού μπορεί να δημιουργήσει πρόβλημα στη βελόνα. “Θα έπρεπε βασικά να είναι μονοφωνικό”, λέει ο Gonsalves. Ειδάλλως, “είναι ένα δύσκολο μονοπάτι για να ανιχνεύσει η βελόνα”.

Η αρχή μιας πλευράς ενός άλμπουμ ακούγεται καλύτερα από το τέλος: Καθώς η περιφέρεια του άλμπουμ συρρικνώνεται προς τη μέση, η ταχύτητα της βελόνας αλλάζει και δεν μπορεί να ακολουθήσει κάθε χιλιοστό της ράβδωσης. Αν το κομμάτι που κλείνει την Α ή τη Β πλευρά είναι πολύπλοκο -για παράδειγμα, ένα με δύσκολα σόλο αρμονίας- μπορεί κάλλιστα να ακούγεται αρκετά χειρότερα από την υψηλή ανάλυση. Γι αυτό τα διπλά LP αξίζουν το έξτρα γύρισμα.

Επιφανειακός θόρυβος: “Ο ζεστός ήχος του βινυλίου, αυτό είναι μια μορφή θορύβου που παίρνεις λόγω του υλικού των καλουπιών και της διαδικασίας κατασκευής που περνάει”, λέει ο Gonsalves. Η μορφή του βινυλίου μπορεί να γεννήσει άλλα θέματα: τριξίματα και κρότοι, “χοροπηδηχτοί” δίσκοι και το κλαψούρισμα της βελόνας στο LP, όλα προβλήματα που το CD αυτοδιαφημιζόταν ότι θα λύσει δεκαετίες πριν. Αλλά για πολλούς, αυτοί οι ήχοι είναι μέρος της εμπειρίας του βινυλίου, που προσθέτει στη γοητεία μιας μορφής αναπαραγωγής που χρειάζεται λίγη παραπάνω προσπάθεια -και συχνά το επιβραβεύει.

Του David Greenwald

Μετάφραση από  Decodedmagazine.com

Σχόλια

X