Tο Spiegel διαπίστωσε ότι η μείωση του κατώτατου μισθού δεν είχε κανένα θετικό αντίκτυπο στην ελληνική οικονομία. Πανηγυρίζουμε- και σταματάμε την κουβέντα για την ανταγωνιστικότητα εκεί.

Ως είδηση αναπαράχθηκε στην Ελλάδα η διαπίστωση του γερμανικού Der Spiegel, ότι η μείωση του κατώτατου μισθού δεν είχε κανένα θετικό αντίκτυπο στην οικονομία. Η αναφορά στη χώρα μας έγινε στο πλαίσιο συγκριτικού αφιερώματος στις πολιτικές των χωρών της Ε.Ε., με αφορμή τη θέσπιση κατώτατου μισθού για πρώτη φορά στη Γερμανία.

Πολλοί έσπευσαν να πανηγυρίσουν που ένα γερμανικό μέσο «παραδέχτηκε» ότι η μείωση του κατώτατου μισθού είχε τελικά αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα. Πράγματι, το Spiegel αναφέρει ότι η ανεργία δεν σταμάτησε να αυξάνεται, ενώ η κατανάλωση βυθίστηκε. Αντί να δημιουργηθούν νέες «φθηνές» θέσεις εργασίας, χιλιάδες επιχειρήσεις -ιδιαίτερα μικρομεσαίες- έβαλαν λουκέτο. Αναφορά γίνεται επίσης στην εκτεταμένη μαύρη εργασία.

Όλα αυτά, βέβαια, είναι γνωστά στην Ελλάδα εδώ και πολύ καιρό. Από την αρχή της κρίσης έχει ειπωθεί πολλές φορές ότι η περίφημη ανταγωνιστικότητα της οικονομίας δεν μπορεί να ανακτηθεί με μειώσεις μισθών και σε κάθε περίπτωση όχι μόνο με μειώσεις μισθών. Δυστυχώς, στις περισσότερες περιπτώσεις μένουμε στην απλή διαπίστωση, αλλά δεν περνάμε στην αντιπρόταση: αν δεν είναι οι μειώσεις μισθών που θα φέρουν την πολυπόθητη ανταγωνιστικότητα, τί πρέπει να γίνει στην οικονομία;

Ένα απλό παράδειγμα ίσως είναι αρκετό. Ένα κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (π.χ. μπαρ) χρειάζεται πολλούς μήνες για να πάρει άδεια λειτουργίας. Και αυτό γιατί απαιτείται μία ατελείωτη διαδικασία, με δεκάδες δικαιολογητικά από πολλούς διαφορετικούς φορείς και υπηρεσίες, που εφαρμόζουν αμέτρητες, δαιδαλώδεις και συχνά αντιφατικές μεταξύ τους διατάξεις και εγκυκλίους. Όμως η «απλή» άδεια λειτουργίας δεν αρκεί, αν οι ιδιοκτήτες του μπαρ θέλουν να παίζει μουσική στο μαγαζί (ξέρετε κανέναν που να μη θέλει;). Χρειάζεται ξεχωριστή άδεια, με νέα δικαιολογητικά και εμπλοκή ακόμη περισσότερων υπηρεσιών. Αλλά για να υπάρξει η δυνατότητα να παιχτεί ζωντανή μουσική, χρειάζεται και τρίτη άδεια («μουσικών οργάνων»), για την οποία, μεταξύ άλλων, απαιτείται η έγκριση του… Υγειονομικού. Σε όλα τα στάδια της διαδικασίας κανείς δεν είναι «αρμόδιος» να δώσει έστω και μία κατά προσέγγιση εκτίμηση του πότε θα έχει ολοκληρωθεί ο γραφειοκρατικός μαραθώνιος.

Ας φανταστούμε τώρα έναν επενδυτή που θέλει να ανοίξει ένα μαγαζί με ζωντανή μουσική στην Ελλάδα. Όσο χαμηλά κι αν πέσει ο κατώτατος μισθός, μία επένδυση που απαιτεί την παραπάνω διαδικασία δεν θα είναι ποτέ ελκυστική για αυτόν. Ο επενδυτής θέλει να έχει τη δυνατότητα να ανοίξει την επιχείρησή του σε λίγα, απλά βήματα με σαφές χρονοδιάγραμμα. Οι δυνητικές ζημιές από μια πολύμηνη (ή και πολυετή σε κάποιες περιπτώσεις) καθυστέρηση στην έγκριση της επένδυσης είναι πολύ σημαντικότερος αποτρεπτικός παράγοντας από το μισθολογικό κόστος.

Στη θεωρία, κανείς δεν είναι αντίθετος με την καταπολέμηση της παράλογης γραφειοκρατίας. Στην πράξη, βέβαια, ελάχιστα έχουν γίνει για να διευκολυνθούν πραγματικά οι επενδύσεις, ειδικά οι μικρές και μεσαίες. Οι εργαζόμενοι του (όποιου) Υγειονομικού, που εκμεταλλεύονται το γραφειοκρατικό χάος για να εισπράττουν «γρηγορόσημα» και «δωράκια», δεν έχουν τίποτα να κερδίσουν από μια πραγματική μεταρρύθμιση. Κι επειδή είναι παλιοί «πελάτες» του γαλαζοπράσινου Δημοσίου, καμία από τις «μεταρρυθμιστικές» κυβερνήσεις της κρίσης δεν τα έβαλε μαζί τους, κι ούτε πρόκειται.

Θα τα αλλάξει αυτά η σημερινή αντιπολίτευση; Φαντάζει δύσκολο. Η «επαναφορά των μισθών στα προ του 2009 επίπεδα» που ζητάει δεν θα έχει κανένα αποτέλεσμα από μόνη της. Η όποια αύξηση της κατανάλωσης προκύψει δεν θα οδηγήσει σε νέες επενδύσεις, όσο δεν μπαίνει τέλος στον γραφειοκρατικό παραλογισμό. Για να γίνει αυτή η απαραίτητη ρήξη, πρέπει να βρεθεί το κόμμα που θα συγκρουστεί με τους παραπάνω «πελάτες». Αυτοί όμως αλλάζουν εύκολα κομματικό «μαγαζί» – αν δεν το έχουν κάνει ήδη…

Σχόλια

X