Λίγες μέρες μετά το χαμό του σημαντικού ομοτέχνου του Γιουράι Χερτζ, που είχε επίσης αναδειχτεί κατά την περίοδο του Τσεχοσλοβάκικου Νέου Κύματος, έφυγε χτες από τη ζωή και ο σπουδαίος σκηνοθέτης Μίλος Φόρμαν.

Ο Γιαν Τόμας Φόρμαν, όπως ήταν το πλήρες ονοματεπώνυμό του, γεννήθηκε το 1932 στο Τσάσλαβ της Τσεχίας (ή της τότε ενωμένης Τσεχοσλοβακίας). Η μητέρα του, Άννα Σβάμποντα, ήταν ξενοδόχος, ενώ ο Ρούντολφ Φόρμαν ήταν καθηγητής και μετέπειτα αγωνιστής της Τσεχοσλοβακικής Αντίστασης κατά της Ναζιστικής Κατοχής. Αμφότεροι οδηγήθηκαν στο θάνατο σε ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης κι έτσι ο Μίλος μεγάλωσε με συγγενείς του. Κατά την εφηβεία του ανακάλυψε πως ο βιολογικός του πατέρας ήταν στην πραγματικότητα ο αρχιτέκτονας Ότο Καν.

Μετά τον πόλεμο, ο Φόρμαν φοίτησε σε οικοτροφείο, με μετέπειτα διάσημους συμμαθητές όπως ο Βάτσλαβ Χάβελ, ο Ιβάν Πάσσερ και ο Γέρζι Σκολιμόφσκι. Συνέχισε τις σπουδές του στη Σχολή Κινηματογράφου και Τηλεόρασης της Ακαδημίας Δραματικών Τεχνών της Πράγας, από την οποία έχουν αποφοιτήσει και δημιουργοί όπως η Βέρα Χιτίλοβα, ο Γίρι Μένζελ, ο Γιάν Νέμετς, οι προαναφερθέντες Γιουράι Χέρτζ και Ιβάν Πάσσερ, ο Μίλαν Κούντερα, αλλά και ο Εμίρ Κουστουρίτσα και η Ανιέσκα Χόλαντ (οι δύο τελευταίοι αρκετά αργότερα). Κάποιοι από τους πιο φημισμένους αποφοίτους της συγκεκριμένης σχολής συνέβαλαν αποφασιστικά στο κίνημα του Τσεχοσλοβακικού Νέου Κύματος. Αν και επηρεασμένοι από το αντίστοιχο Γαλλικό, οι εκπρόσωποι του Τσεχοσλοβακικού Νέου Κύματος, ήταν πιο καλά εκπαιδευμένοι σε θέματα τεχνικής φύσεως, προτιμούσαν εν γένει πιο στρωτές αφηγήσεις, ενώ οι ταινίες τους διακρίνονταν από πνεύμα ειρωνείας και άμεσης ή έμμεσης σάτιρας απέναντι στο καθεστώς της χώρας τους. Ενδεικτικές ταινίες του είδους (εκτός από αυτές του Φόρμαν, για τις οποίες θα γίνει λόγος αργότερα) ήταν «Ο Άνθρωπος που έβλεπε τα τρένα να περνούν» του Γίρι Μένζελ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1967), οι «Μαργαρίτες» της Βέρα Χιτίλοβα, «Το μαγαζάκι της κεντρικής οδού» των Έλμαρ Κλος και Γιαν Καντάρ (Όσκαρ Ξενόγλωσσης ταινίας, 1965), «Η Βαλερί και η εβδομάδα των θαυμάτων» του Γιάρομιλ Γιρές, «Ο Αποτεφρωτής» του Γιουράι Χερτζ και άλλα. Αυτή η κινηματογραφική άνθιση αλλά και η σχετική ελευθερία λόγου κατέστησαν δυνατές στο πλαίσιο της φημισμένης Άνοιξης της Πράγας, ωστόσο, η εισβολή των Σοβιετικών δυνάμεων στην Τσεχοσλοβακία το 1968 άλλαξε άρδην τα πράγματα.

Πάντως, ήδη από το 1967, ο ίδιος ο Φόρμαν είχε έρθει αντιμέτωπος με τη λογοκρισία όταν το κωμικό του φιλμ «Φωτιά… Πυροσβέστες», όπου οι πυροσβέστες μιας μικρής επαρχιακής πόλης παρουσιάζονται ως καταστροφικοί και ανίκανοι, είχε αντιμετωπιστεί, μάλλον βάσιμα, ως μια σάτιρα του ευρύτερου καθεστώτος και είχε απαγορευτεί δια παντός. Ο Φόρμαν είχε ήδη μια αρκετά μεγάλη πορεία στο χώρο του σινεμά, ως βοηθός σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ντοκυμαντερίστας αλλά και ως σκηνοθέτης ταινιών μυθοπλασίας. Η πρώτη του ταινία «Μαύρος Πέτρος» του 1964, παρουσιάζει τη ζωή ενός βαριεστημένου έφηβου που υποχρεώνεται να πιάσει δουλειά σε σούπερ μάρκετ ως «υπεύθυνος ασφαλείας» (με σημερινούς όρους – στην πραγματικότητα έχει το άκομψο καθήκον να παρακολουθεί ποιοι από τους πελάτες κλέβουν προϊόντα), παρόλο που ενδιαφέρεται περισσότερο για τις βόλτες με την καλύτερή του φίλη. Το πρωτοποριακό τέλος της ταινίας (με την οθόνη να παγώνει κατά τη διάρκεια ενός ακόμη κηρύγματος του πατέρα του πρωταγωνιστή, και το αμέσως επόμενο, τελευταίο πλάνο του να παρουσιάζει τον πρωταγωνιστή απορημένο με αυτή την ακινητοποίηση), αλλά και ο εξαιρετικά γραμμένος και παιγμένος ρόλος του κυριολεκτικά ανόητου και υπερβατικά αδέξιου στις συναναστροφές του Cenda (Vladimir Pucholt) είναι μερικά μόνο από τα στοιχεία που καθιστούν αυτή την ταινία ενδιαφέρουσα και ξεχωριστή, κάτι που αποδείχτηκε και με τη βράβευσή της στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο. «Οι Έρωτες μιας Ξανθιάς» του 1966, επίσης βραβευμένη σε Φεστιβάλ αλλά και εμπορικά επιτυχημένη στην Τσεχοσλοβακία, είναι μια ηθογραφία όπου, σύμφωνα με τον Γιάννη Μπακογιαννόπουλο, «Γκοντάρ και ‘κινηματογράφος-αλήθεια’, νατουραλισμός και χιουμοριστική σάρκα ενώνονται σε μια θαυμάσια προσωπική ισορροπία».

Ο Φόρμαν βρισκόταν τυχαία στο Παρίσι κατά τη διάρκεια της Σοβιετικής εισβολής στην Πράγα, και διαπραγματευόταν το πρώτο του Αμερικανικό φιλμ. Δεν επέστρεψε στην Τσεχοσλοβακία, και γύρισε τελικά το Taking Off. Βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες, το 1971, το Taking Off ήταν αρκετά κοντά στις προηγούμενες ταινίες του (και διαφορετικό από τις επόμενες), αλλά δεν γνώρισε καμιά εμπορική επιτυχία στις ΗΠΑ. Χρόνια αργότερα, ο ίδιος ο Φόρμαν σχολίασε πως είχε προσπαθήσει να κάνει την ταινία με τον ίδιο τρόπο που είχε κάνει τις Τσέχικες ταινίες του, αλλά μάταια. Επίσης κατά δική του δήλωση, αυτή του η αποτυχία τον έκανε να στραφεί σε σενάρια, θεατρικά και βιβλία γραμμένα από αγγλόφωνους συγγραφείς.

Πρώτο από αυτά ήταν το «Στη Φωλιά του Κούκου» (1975), βασισμένο στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Ken Kesey. Μεγάλη εμπορική και καλλιτεχνική επιτυχία, βραβευμένο με πέντε Όσκαρ και εν μέρει υπεύθυνο για την ανάδειξη ηθοποιών όπως ο Brad Dourif, o Christopher Lloyd και ο Danny DeVito, το φιλμ καθιέρωσε και τον ίδιο τον Φόρμαν. Η επόμενη ταινία του ήταν η κινηματογραφική μεταφορά του επιτυχημένου μιούζικαλ Hair, το οποίο ο ίδιος Φόρμαν έχει χαρακτηρίσει ένα από τα τρία μόλις έργα του είδους στα οποία όλα τα τραγούδια είναι σπουδαία (τα άλλα δύο κατ’ αυτόν είναι το West Side Story και το Cats). Η ταινία ωστόσο δεν πήγε καλά εμπορικά ενώ αποκηρύχτηκε και από τους αρχικούς δημιουργούς του μιούζικαλ.

Η επόμενη δημιουργία του, το Ragtime του 1981, ήταν βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα του E.L. Doctorow και υπήρξε η τελευταία κινηματογραφική εμφάνιση του σπουδαίου James Cagney, αλλά και η πρώτη αξιοσημείωτη για ηθοποιούς όπως ο Samuel L. Jackson, η Fran Drescher, η Debbie Allen, o Jeff Daniels κ.ά. «Ντυμένη» μουσικά από τον Randy Newman (μεγάλος τραγουδοποιός αλλά και ο συνθέτης με τις περισσότερες υποψηφιότητες για Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού), η ταινία αποτελεί την πρώτη περίπτωση κατά την οποία ο Φόρμαν επιδεικνύει την αξιοζήλευτη ικανότητά του στο να αναπαράγει με εντυπωσιακό τρόπο μιαν άλλη, παλιότερη ιστορική εποχή. Αν και δεν θεωρείται η καλύτερη στη φιλμογραφία του Φόρμαν, η ταινία Ragtime απέχει πάντως πολύ από το να χαρακτηριστεί μέτρια και αν έφερε τη σφραγίδα κάποιου λιγότερου σημαντικού δημιουργού θα έχαιρε ίσως μεγαλύτερης αναγνώρισης.

Το κατά πολλούς (και για τον υποφαινόμενο) αριστούργημα του Φόρμαν ήταν η επόμενη ταινία του, το Amadeus του 1984. Βασισμένο στο ομότιτλο θεατρικό του Peter Shaffer, το οποίο ο Φόρμαν είχε τυχαία (και χωρίς να το πολυθέλει) παρακολουθήσει στην παγκόσμια πρεμιέρα του στο Λονδίνο, το φιλμ αφηγείται τη ζωή του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ, μέσα από τη ματιά του συγχρόνου του, αλλά όχι τόσο ταλαντούχου συνθέτη Σαλιέρι. Πέρα από την εντυπωσιακή απόδοση της εποχής, πέρα από τις σπουδαίες ερμηνείες του Tom Hulce (Μότσαρτ) και του F. Murray Abraham (Σαλιέρι), αλλά και άλλων πρωταγωνιστών, το φιλμ μπορεί να ιδωθεί σαν μια σπουδή πάνω στο ταλέντο, το φθόνο, τη μονομανία αλλά και την άρνηση του πραγματικού καλλιτέχνη να υποταχθεί σε μαικήνες, εκδότες, αξιωματούχους κ.ό.κ. (σε αντίθεση με τον μέτριο που βασίζεται αποκλειστικά σε αυτό, παρουσιάζοντάς το μάλιστα και σαν επίτευγμα). Βλέποντας τη δυναμική μεταξύ των δύο βασικών χαρακτήρων, ο Φόρμαν είχε προτείνει ήδη από εκείνη την παρθενική παράσταση στον Shaffer να μεταφερθεί το θεατρικό του στη μεγάλη οθόνη. Οι δυο τους συνεργάστηκαν, μάλιστα, στη συγγραφή του σεναρίου. Αν και οι δημιουργοί της ταινίας δεν διατείνονται πως είναι απόλυτα πιστή στα ιστορικά γεγονότα, η πλοκή (της οποίας κεντρικός άξονας είναι η συνεχής προσπάθεια του Σαλιέρι να υπονομεύσει τον πολύ πιο ταλαντούχο και αρκετά νεότερο ηλικιακά Μότσαρτ) έχει κάποια ψήγματα αλήθειας, πράγμα που επιβεβαιώνεται αν ανατρέξει κανείς σε πηγές της εποχής, όπως για παράδειγμα στην αλληλογραφία του ίδιου του συνθέτη, μεταξύ άλλων, και της «Μικρής νυχτερινής μουσικής» – σύνθεση που παίζει πολύ σημαντικό ρόλο σε μια από τις εναρκτήριες σκηνές αυτής της πραγματικά εντυπωσιακής ταινίας.

Ήταν ένα άλλο θεατρικό που έδωσε στον Φόρμαν την έμπνευση για την επόμενη ταινία του, αν και με  τρόπο απρόσμενο και έμμεσο. Την ίδια περίπου εποχή με το θεατρικό του Shaffer, στο Λονδίνο παιζόταν και η θεατρική διασκευή των «Επικίνδυνων Σχέσεων» του Laclos από τον Christopher Hampton. Ο Φόρμαν είχε παρακολουθήσει την εν λόγω παράσταση με την προοπτική να τη μεταφέρει και στον κινηματογράφο. Γνώριζε ήδη το μυθιστόρημα, το οποίο είχε διαβάσει ως φοιτητής στην Πράγα. Είχε σκεφτεί από τότε πως το βιβλίο του Laclos θα μπορούσε να μεταφερθεί στη μεγάλη οθόνη (κάτι που θα έκαναν αργότερα, μεταξύ άλλων, και ο Ροζέ Βαντίμ και ο Ακίρα Κουροσάβα) αλλά το θεατρικό του Χάμπτον του έφερε θυμηδία, καθώς ο σκηνοθέτης θεωρούσε πως δεν ήταν καθόλου πιστό στο αυθεντικό κείμενο. Θέτοντας στην εταιρεία παραγωγής τον όρο να γυρίσει ο ίδιος την κινηματογραφική μεταφορά αλλά μόνο αν ο Κ. Χάμπτον έγραφε μιαν εξ ολοκλήρου καινούρια διασκευή, ο Φόρμαν έχασε την ευκαιρία να γυρίσει την εν λόγω εκδοχή, που έγινε μια από τις μεγαλύτερες εμπορικές και καλλιτεχνικές επιτυχίες της δεκαετίας του 1980 από τον Στίβεν Φρίαρς. Ο Φόρμαν, ωστόσο, παρέμεινε πεπεισμένος πως θα έπρεπε να γυρίσει κι αυτός μια κινηματογραφική μεταφορά του βιβλίου του Laclos. Η εκ νέου, μετά από χρόνια ανάγνωση των Επικίνδυνων Σχέσεων, διέψευσε την εντύπωση του Φόρμαν πως ο Κ. Χάμπτον δεν είχε μείνει πιστός στην πλοκή του αυθεντικού μυθιστορήματος. Ωστόσο ο σκηνοθέτης αποφάσισε έτσι κι αλλιώς να γυρίσει μιαν άλλη εκδοχή της ίδιας ιστορίας, βασισμένη σε αυτήν ακριβώς τη λανθασμένη ανάμνησή του περί του τι ακριβώς πραγματευόταν το βιβλίο του Laclos. Η ταινία που προέκυψε είχε τον τίτλο Valmont (από το επώνυμο του πρωταγωνιστή του βιβλίου αλλά και των δύο εν λόγω μεταφορών του) αλλά, όπως ήταν αναμενόμενο, δεν είχε τον ίδιο αντίκτυπο με το δημιούργημα του Φρίαρς.

 

Οι τρεις επόμενες ταινίες του Φόρμαν βασίστηκαν στις ζωές τριών εντελώς διαφορετικών υπαρκτών προσώπων: του εκδότη Λάρι Φλιντ, του κωμικού Άντι Κάουφμαν και του ζωγράφου Φρανσίσκο Γκόγια. Η ταινία «Υπόθεση Λάρι Φλιντ», με τον Γούντι Χάρελσον και την Κόρτνι Λαβ, απέδωσε με συμπάθεια αλλά και με αφηγηματική δεινότητα την περίπλοκη προσωπικότητα του ομώνυμου εκδότη του περιοδικού Hustler, που σε αντίθεση με τον Χιου Χέφνερ του Playboy, ήταν πολύ πιο πολιτικά οξυδερκής και ευαισθητοποιημένος, και γι’ αυτό πολύ πιο δυσάρεστος προς την αμερικανική καθεστηκυία τάξη. Το Man On The Moon ήταν μια από τις πρώτες «σοβαρές» ερμηνείες του Τζιμ Κάρι, παρότι στο πλαίσιο αυτής υποδυόταν τον κωμικό Άντι Κάουφμαν, επίσης αντισυμβατικό, επίσης αυτοκαταστροφικό, επίσης πειραματιστή αλλά και επίσης πολύπλευρο. Πρόσφατα κυκλοφόρησε και ένα ντοκιμαντέρ γύρω από την υποκριτική προσέγγιση του διάσημου Αμερικανού ηθοποιού κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων, προσέγγιση που δεν ήταν πάντα ευχάριστη για τον ίδιο ή για τους συνεργάτες του. Η ταινία Goya’s Ghosts, με τον Στέλαν Σκάρσγκαρντ, τον Χαβιέ Μπαρδέμ και τη Νάταλι Πόρτμαν είναι επίσης μια στιβαρή αφηγηματικά και τεχνικά ταινία, αν και ο Φόρμαν δεν μένει απόλυτα πιστός στα ιστορικά γεγονότα ούτε εδώ. Η εν λόγω ταινία ήταν η τελευταία του σκηνοθέτη. Έφυγε από τη ζωή στις 13 Απριλίου, στο νοσοκομείο Ντάνμπερι, κοντά στην οικία του, στο Connecticut.

Είτε στην τσεχοσλοβάκικη περίοδό του είτε στην αμερικανική, ο Φόρμαν ήταν ένας σκηνοθέτης με βαθιά γνώση της τεχνικής πλευράς του κινηματογράφου, ικανότατος στο να αναπαριστά ολόκληρες ιστορικές περιόδους του παρελθόντος αλλά και στο να επιλέγει και να καθοδηγεί τους ηθοποιούς του. Η πολύπλευρη φιλμογραφία του διέπεται από την υπόγεια ειρωνεία, το χιούμορ και τον κοινωνικό προβληματισμό, αν και σπάνια επιλέγει να μιλά για συγκεκριμένα πολιτικά γεγονότα. Συνολικά, ο Φόρμαν ήταν ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες του παγκόσμιου σινεμά κατά το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα και, όσο κοινότοπο κι αν φαντάζει, η απώλειά του είναι σίγουρα δυσαναπλήρωτη.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Γιώργος Δρόσος

Γεννήθηκε στο Χολαργό το 1980 και σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στη μουσικολογία, στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Είναι υποψήφιος διδάκτορας στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Τον Απρίλιο του 2013 εξέδωσε το πρώτο του μυθιστόρημα, με τίτλο «Ελληνική Ασφυξία» (Εκδόσεις των Συναδέλφων), υπό το ψευδώνυμο Ηλίας Νίσαρης. Κείμενά του, είτε με το πραγματικό του όνομα είτε με το ψευδώνυμο, έχουν δημοσιευτεί επίσης σε διάφορα περιοδικά του ηλεκτρονικού και έντυπου Τύπου (3pointmagazine.gr, να ένα μήλο, Metropolis Free Press, Fractal Press, thecricket.gr, mixtape.gr, bibliotheque.gr, To Παράθυρο, Ποιητική, HUMBA! κ.ά.) Διατηρεί το blog www.eliasnisaris.blogspot.gr , ενώ κάθε Δευτέρα, από τις 12 έως τις δύο το μεσημέρι, παρουσιάζει την εκπομπή Wax Trash στον ιντερνετικό σταθμό www.indiegroundradio.com. Το βιβλίο του με τίτλο “Το Ορφανό Αριστούργημα”, υπό το πραγματικό του όνομα, κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Εύμαρος.

Σχετικά Άρθρα

X