Θέλω να με δεις, όχι να με κοιτάξεις. Δεκάδες  μάτια έχουν πέσει πάνω μου και δεν είδαν τίποτα. Να μη σου πω τίποτα κι εσύ να τα καταλάβεις όλα. Μη με αφήνεις να νιώθω σαν καρέκλα, σαν τραπέζι, σαν σπίτι που το εγκατέλειψαν οι άνθρωποι και φύτρωσε κισσός και το έκρυψε!

Θέλω να ακούς τις σιωπές μου. Δε θα σου πω ποτέ όλη την αλήθεια. Κάθε φορά που έπεφτα έσπαγα τα μπροστινά δόντια και ξέχασα να μιλώ. Φοβούμαι να μιλήσω. Θα πω ψέματα κι εσύ θα με πιστέψεις. Μη με πιστέψεις!

Θέλω να βλέπεις εκείνο το αδειανό βλέμμα της παρανοϊκής ανάγκης μου να με αγαπούν, να με χαϊδεύουν, να με αγγίζουν! Να ακολουθεί το χέρι σου το περίγραμμα του προσώπου μου. Έχει ρωγμές, το ξέρω! Δε γεμίζουν! Άφησε τις όπως είναι! Είμαι εγώ!

Θέλω να βγάλεις τα μανταλάκια από τα μαλλιά μου και να τα λούσεις. Με αυτά κρατώ τις σκέψεις να μη φύγουν. Εύκολο το ‘χεις να εγκαταλείψω τόσα χρόνια που κάθισαν στο κεφάλι μου; Μόνο εσύ μπορείς! Αν όχι κι εσύ, τότε θα μείνω με αυτά και οι άλλοι θα νομίζουν ότι σάλεψα. Μπορεί και να είναι έτσι, αλλά εσύ να μην το σκεφτείς!

Θέλω στη σκοτεινιά να ανάβεις μικρά φαναράκια. Να μοιάζουν με πυγολαμπίδες κι εγώ να πιστεύω πως είσαι φως. Ας είσαι κι εσύ σκοτάδι! Άσε να έχουμε μια αυταπάτη μόνο δική μας. Το ξέρω πως υπάρχουν πολλές μα αυτή θα τη μοιραζόμαστε. Θα ξέρουμε μόνο εσύ κι εγώ πόσο πονά η αλήθεια!

Θέλω να με πείσεις ότι μπορώ να κερδίσω το χαμένο χρόνο. Πως δε μεγάλωσα αρκετά για να ξεχάσω! Πως έχουμε χρόνο να στρώσουμε τις αλήθειες μας! Να γεμίσουμε που αδειάσαμε κι οι δυο και γίναμε κενά σακιά που τα πήρε ο αέρας!

Θέλω να μου δώσεις ένα τραγούδι, μια λέξη, μια αφορμή να σε συναντήσω χωρίς τη φαρέτρα μου! Να με πείσεις πως δε χρειάζομαι όπλα, πως δεν έχω ανάγκη να σε πολεμήσω! Να πολεμήσω εμένα γίνεται; Θα με νικήσω!

Θέλω να μου πάρεις τις πέτρες από τα χέρια! Να μου κρύψεις το μαχαίρι που κρύβω στο προσκεφάλι μου, τις χειροβομβίδες από τις τσέπες, τη σφεντόνα που μου έκαναν δώρο όταν γεννήθηκα. Αυτοί δεν ήξεραν! Εσύ ξέρεις!

Θέλω να με αγγίζεις κι ας πονώ! Θα συνηθίσει το σώμα μου! Θα μάθω στα χάδια. Θα με μάθεις εσύ. Μόνο εσύ μπορείς!

Θέλω να με ντύσεις με εκείνο το μαύρο φόρεμα που αγόρασα για να σε συναντήσω κάποτε και να με πείσεις ότι είναι πολύχρωμο! Στόλισε το με πολύχρωμα λουλούδια. Θα σε πιστέψω! Εύκολα! Μόνο αυτό κάνω τόσα χρόνια! Συνήθισα να σε πιστεύω! Μα μη αφήνεις άλλο να γίνομαι επαίτης! Η αγάπη να μην απαιτεί μα ούτε να επαιτεί! Να είναι εγώ κι εσύ! Για μια φορά άφησε μου πρώτη σειρά στο υποκείμενο! Και μη βάλεις καμιά προστακτική! Δεν την αγαπώ και θα σε προδώσω! Θα νομίζω ότι κι εσύ θέλεις να πάρεις αυτό το λίγο που απέμεινε μετέωρο να γυρεύει τόπο. Εγώ ξέρω τον τόπο μου! Μη με αφήνεις άλλο στην εξορία…

*Ο τίτλος δανεικός από ποίημα του Γιάννη Στίγκα

 

Σχόλια

X