«Ο κύριος που πουλάει χαρτομάντιλα να κατέβει! Ναι εσύ με τα χαρτομάντιλα, καλά άκουσες!», ακούγεται η φωνή του οδηγού από τα μεγάφωνα σε ολόκληρο το συρμό του ηλεκτρικού.

Η φωνή του αντήχησε αυστηρή και με μια απαξίωση προς τον άνθρωπο που πουλούσε τα χαρτομάντιλα, αλλά και με μια ικανοποίηση ξέροντας ότι κάνει τη «δουλειά» του.

Η πλειοψηφία των συνεπιβατών μου δεν είχαν κάποια ιδιαίτερη αντίδραση: κάποια απορημένα βλέμματα και κάποια αδιάφορα. «Μα ποιος νομίζει ότι είναι;» αναρωτιέμαι φωναχτά μέσα στη βουβαμάρα του βαγονιού. Μόνο ένας νεαρός δίπλα μου σχολιάζει αρνητικά αυτό που μόλις βιώσαμε από κοινού στη δημόσια συγκοινωνία και η φίλη του σπεύδει να τον κατευνάσει, λέγοντάς του να μην φωνάζει.

Κανείς άλλος δεν μίλησε. Σκεπτόμενη αυτό που έγινε, άρχισα να αναρωτιέμαι άραγε τι του έφταιξε του οδηγού αυτός που πούλαγε τα χαρτομάντιλα. Μέσα στην εξαθλίωση που έχουμε περιπέσει, πώς να μην μπορείς να δικαιολογήσεις κάποιον που ζητιανεύει ή πουλάει από χαρτομάντιλα μέχρι ομπρέλες μέσα στο τρένο; Κλείνουμε τα μάτια και σιωπούμε σε άλλα και άλλα, και μας πειράζει αυτός που είναι αδύναμος, αποκλεισμένος ή περιθωριοποιημένος;

Δυστυχώς, το ίδιο σκηνικό είχε επαναληφθεί άλλη μια φορά, περίπου την ίδια βραδινή ώρα και τότε είχα κοιτάξει τον οδηγό, καθώς κατέβαινα, χωρίς να του μιλήσω.

Συνεχίζοντας τη διαδρομή του το τρένο, ήξερα ότι στον τελικό του προορισμό, όπου κατέβαινα, δεν θα άντεχα να μην μιλήσω αυτή τη φορά.

Ο νεαρός κατεβαίνει πριν τον τέρμα, οπότε έχασα τον μοναδικό μάλλον «σύμμαχό» μου, τουλάχιστον από το βαγόνι μου.

Βγαίνοντας έξω κοιτάω στο παραθυράκι του οδηγού. Αναγνωρίζω τον οδηγό που είχα αντικρύσει και την προηγούμενη φορά χωρίς να του μιλήσω. Κοντοστέκομαι και πριν προλάβω να πω κάτι, βλέπω έναν κύριο να του μιλάει. Σκέφτομαι «επιτέλους κάποιος του το ‘πε», μέχρι να συνειδητοποιήσω έκπληκτη ότι ο κύριος του έδινε συγχαρητήρια για την σωστή του πράξη.

«Είναι δυνατόν να διώχνετε κάποιον από το τρένο;» ρωτάω με απόλυτη συνείδηση ότι έχω μπλέξει σε μια συζήτηση που δεν θα βγάλει πουθενά. Και παίρνω φυσικά την πληρωμένη απάντηση «η επαιτεία απαγορεύεται, αν δεν το ξέρετε». Και «εσύ είσαι υπεύθυνος γι’ αυτό;  ποιος σου δίνει το δικαίωμα να εμποδίσεις την μετακίνηση κάποιου; Είσαι οδηγός, όχι αστυνομικός»- βέβαια μάλλον πολύ θα το ‘θελε, αν κρίνω από τον υπερβάλλοντα ζήλο του να επιβληθεί.

Η απάντηση «εγώ είμαι τα πάντα εδώ μέσα» ήταν η αναμενόμενη απάντηση από έναν άνθρωπο που παίρνει τόση απόλαυση από το να ασκεί κάποιο είδος εξουσίας πάνω σε κάποιον άλλον, ακόμη κι αν δεν την έχει. Μάλλον το όνειρό του ήταν να γίνει κάτι άλλο, λίγο πιο περιπετειώδες και τελικά «ξέπεσε» στο να γίνει οδηγός τρένου. Βρήκε, όμως, τον τρόπο να κάνει αυτό που επιθυμούσε.

Βέβαια, κατέληξα να είμαι η «τρελή» του σταθμού που ερχόταν σε αντιπαράθεση με έναν οδηγό του τρένου ο οποίος έκανε το «καθήκον» του, κατά όπως ο ίδιος πίστευε και μάλλον και κάποιοι άλλοι επιβάτες.

Το χειρότερο είναι ότι μόνο 5 άτομα από τα δεκάδες που ήταν εκεί πήραμε –την οποιαδήποτε-  θέση.

Οι υπόλοιποι σιώπησαν. Όπως μας έχουν μάθει να κάνουμε πάντα. Να αφήνουμε τα πράγματα να κυλάνε και να λέμε «δεν βαριέσαι». Να περιμένουμε να φτάσουμε πρώτα στη θέση τους για να συνειδητοποιήσουμε τη σκληρή πραγματικότητα και να σηκώνουμε ανάστημα εκεί που πρέπει.  Να βρίσκουμε «αποδιοπομπαίους τράγους» στα πρόσωπα των αδύναμων και να μην αντιμετωπίζουμε τον πραγματικό μας εχθρό, αυτούς που μας έχουν φέρει σε αυτή την κατάσταση.

Αλλά βλέπετε η σιωπή ηχεί δυνατά και χωρίς δυσκολία. Και η συνενοχή ακόμα περισσότερο.

Σχόλια

X