Όταν ακούτε ένα επίθετο ιδιαίτερο έχετε σκεφτεί από πού κρατάει ή σκούφια του, ποια ιστορία κουβαλάει μέσα στο χρόνο και γιατί τα επώνυμα αποτελούν μια μορφή γραπτής ταυτότητας. Όπως σημαδεύαμε τα  ονόματά μας πάνω σε ένα δέντρο,  όταν ήμασταν παιδιά. Θυμάστε που γράφαμε παντού το όνομα και το επώνυμό μας πάνω στις ζωγραφιές, στα θρανία, στους τοίχους, στα χέρια μας, κάτω από κάθε τι σημαντικό που νιώθαμε ότι κάναμε; Γι΄ αυτό λοιπόν είπα να το ψάξω λίγο παραπάνω το θέμα «Επώνυμο» και οι σκέψεις αυτές με οδήγησαν στον Παύλο Μεθενίτη ο οποίος είναι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος να μας διαφωτίσει «από πού κρατάει η σκούφια μας». Με αφορμή την ραδιοφωνική του εκπομπή στο Κόκκινο 105,5 κάθε Κυριακή στη μία το μεσημέρι που ασχολείται με την ρίζα και την ιστορία που κρύβει κάθε επώνυμο, τον βρήκαμε και μάθαμε πολλά, ίσως παραπάνω πράγματα από αυτά που περιμέναμε.

Ο Παύλος Μεθενίτης πέρα από δημοσιογράφος – έχει συνεργαστεί με περιοδικά, εφημερίδες, ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς ως σχολιογράφος, ελεύθερος ρεπόρτερ, κινηματογραφικός συντάκτης, ερευνητής, σεναριογράφος και συγγραφέας.

Πείτε μας δύο λόγια για την εκπομπή σας.

Η εκπομπή είναι κάθε Κυριακή, στη μία με δύο το μεσημέρι, στους 105,5 στο Κόκκινο. Η εκπομπή είναι μια ραδιοφωνική μεταφορά της τηλεοπτικής σειράς «Από πού κρατάει η σκούφια μας», η οποία είχε παιχτεί για δύο σεζόν, προ ετών, στη δημόσια τηλεόραση.

Η αρχική αυτή ιδέα βασιζόταν πάνω σε μια ιδέα του δημοσιογράφου Παναγιώτη Βενάρδου, εγώ έκανα τα κείμενα και την επιμέλεια, την παρουσίαση της τηλεοπτικής εκπομπής την έκανε ο Κώστας Αρβανίτης. Τώρα ο Κώστας Αρβανίτης, που είναι διευθυντής στο Κόκκινο, μου έδωσε την ευκαιρία να μεταφέρω την εκπομπή «Από πού κρατάει η σκούφια μας» στο ραδιόφωνο του 105,5, με δημοσιογραφική επιμέλεια της Ευάννας Βενάρδου. Η εκπομπή ασχολείται με την γενεαλογία και την προέλευση των ελληνικών επωνύμων. Αυτό σημαίνει από που κρατάει η σκούφια μας, ψάχνουμε να βρούμε τις ρίζες μας, από που προέρχονται τα επώνυμά μας. Η εκπομπή εστιάζει στο ότι κάθε επώνυμο φέρει μαζί του μια ωραία ιστορία. Αυτές τις ενδιαφέρουσες ιστορίες φιλοδοξούμε να μεταφέρουμε στο ραδιόφωνο.

Επώνυμα παράγονται από την καταγωγή, από το επάγγελμα, από τις  σωματικές ιδιομορφίες, ακόμα και από τις αναπηρίες που μπορεί να έχει κάποιος άνθρωπος. Επίσης, από τα ζώα, τα φυτά. Τα επίθετα συμπυκνώνουν την ιστορία των ανθρώπων.

Άρα τα επίθετα που έχουν οι άνθρωποι είναι σαν να λέμε η ταμπέλα τους; 

Το επώνυμο, κάποιος είχε πει πως είναι το γραπτό μας πρόσωπο. Το πιο διαδεδομένο επίθετο στην Ελλάδα σήμερα ίσως είναι Παπαδόπουλος, αυτό μας αποδεικνύει οτι οι ιερείς στην Ελλάδα είναι ιδιαζόντως καρπεροί και κάνουν πολλά παιδιά… Το ωραίο είναι ότι υπάρχουν οι Καλογερόπουλοι, οι απόγονοι, δηλαδή, των καλόγερων… Τα επώνυμα, όπως σου είπα, προέρχονται από πολλές πηγές, η δουλειά της εκπομπής είναι μέσα σε μια θάλασσα επωνύμων να ψάξει και να βρει ωραία αλιεύματα, τα οποία μεταφέρουμε στο ραδιόφωνο.

Δεν νομίζω ότι υπάρχει γλώσσα, έχουν αλλοιωθεί όλα…

Ασφαλώς και υπάρχει γλώσσα. Η γλώσσα είναι κάτι ζωντανό που εξελίσσεται. Ό,τι δεν εξελίσσεται, πεθαίνει, χάνεται. Ασφαλώς και υπάρχει γλώσσα. Ειδικά η ελληνική είναι ένας ζωντανός πνευματικός οργανισμός εδώ και επτά χιλιάδες χρόνια. Τα ελληνικά επώνυμα είναι κωδικοποίηση όλης αυτής της πορείας της ελληνικής γλώσσας μέσα από τους αιώνες.

Πόσο δύσκολο είναι να είναι κάποιος δημοσιογράφος αυτή την εποχή;

Κοίταξε να δεις, αν είσαι οικονομικά ανεξάρτητος είναι το μόνο εύκολο, μια χαρά είναι. Αν όμως προσπαθείς να ζήσεις από αυτή την ιστορία, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν σοβαρά. Ειδικά ο δημοσιογραφικός κόσμος έχει πληγεί σοβαρά – μαζί με τους οικοδόμους, υποθέτω οτι είμαστε αυτοί που υποφέρουμε περισσότερο από την κρίση. Είναι όντως πάρα πολύ δύσκολο. Αυτή τη στιγμή ουσιαστικά οι μόνες δουλειές που τρέχουν στο χώρο είναι να πας σε ένα σάιτ και να τραβάς κουπί όλη μέρα για τέσσερα κατοστάρικα. Το να είσαι άνεργος δημοσιογράφος είναι πλέον κοινοτοπία, δηλαδή πιο πιθανό είναι να είσαι άνεργος δημοσιογράφος, παρά εργαζόμενος. Τώρα, εάν θα συνιστούσα σε κάποιον νέο να μπει στο δημοσιογραφικό χώρο… Η κατάσταση αυτή είναι γνωστή, ο νέος άνθρωπος που θέλει να μπει στο επάγγελμα, θα πρέπει να ζυγίσει τα υπέρ και τα κατά. Αν θέλει σώνει και ντε να αγωνιστεί για την ενημέρωση, να μπει, αν είναι και οικονομικά ανεξάρτητος τότε ασφαλώς ας μπει. Υπάρχει και μια μικρή υποκατηγορία, θα μπορούσε να μπει κάποιος στην δημοσιογραφία και να βγάλει πολλά λεφτά, αν γίνει μεγάλο λαμόγιο. Υπάρχει ένας τρόπος σε κάθε επάγγελμα να γίνεις λαμόγιο. Οπότε βγάζεις πολλά λεφτά.

Είναι δύσκολα τα πράγματα, έχει αλλάξει πολύ ο Τύπος. Από τότε που μπήκα εγώ, από τα τέλη της δεκαετίας του ΄80, έχει αλλάξει πάρα πολύ. Διότι πλέον το να έχει κάποιος ένα μέσο ενημέρωσης, δεν είναι όπως ήταν παλιότερα, που ήταν μια δημοσιογραφική οικογένεια που είχε αυτό το μέσο ενημέρωσης, αυτή την εφημερίδα, και μια άλλη δημοσιογραφική οικογένεια είχε το άλλο. Τώρα τα έχουν επιχειρηματίες που πουλάνε από όπλα μέχρι υψηλή τεχνολογία ή φτιάχνουν δρόμους ή είναι έμποροι ή δε ξέρω ΄γω τι, και έχουν μια εφημερίδα, ένα κανάλι κι ένα ραδιόφωνο για να κάνουν τις δημόσιες σχέσεις τους…

Ελευθεροτυπία: «Όμορφα χωριά όμορφα καίγονται»

Πείτε μας λίγα λόγια για την δική σας προσωπική πορεία σε αυτόν τον χώρο.

Άρχισα την δημοσιογραφική μου πορεία στα τέλη της δεκαετίας του ΄80. Από τότε έχω συνεργαστεί με πολλά έντυπα, εβδομαδιαία και ημερήσια, περιοδικά, δημόσιους και ιδιωτικούς τηλεοπτικούς σταθμούς. Η τελευταία εφημερίδα στην οποία ήμουν ήταν η Ελευθεροτυπία. Δεν ήμουν πάρα πολλά χρόνια στην Ελευθεροτυπία, μπήκα στις αρχές του 2007. Με την Ελευθεροτυπία έγινε ό,τι έγινε και στην ταινία «Όμορφα χωριά, όμορφα καίγονται». Η Ελευθεροτυπία ήταν ουσιαστικά η εφημερίδα της μεταπολίτευσης, ήταν η εφημερίδα που άλλαξε τα πράγματα στον δημοσιογραφικό χώρο. Και ακριβώς επειδή ήταν τόσο μεγάλη και σήμαινε τόσα πολλά, με τόσο σημαντικό έργο πίσω της, η κατάρρευση της ήταν εξίσου θεαματική. Δεν θέλω να επεκταθώ σε πολλές λεπτομέρειες. Αυτό που έχω να πω εγώ είναι ότι ήταν από τα καλύτερα «μαγαζιά» που θα μπορούσε να δουλεύει ένας δημοσιογράφος, για το κλίμα που επικρατούσε, γιατί η λογοκρισία ή η αυτολογοκρισία ήταν στο μικρότερο δυνατό βαθμό. Η απόλυτη έλλειψη λογοκρισίας δεν υπάρχει πουθενά. Αλλά εκεί ήταν το πιο ελευθεριάζον, το πιο δημιουργικό κλίμα που είχα γνωρίσει. Είχα δουλέψει και σε άλλα «μαγαζιά» και ήταν λες και δουλεύεις στο Βατικανό, στην Ελευθεροτυπία όμως ήταν τελείως διαφορετικό το κλίμα.   

Γιατί έκλεισε λοιπόν η Ελευθεροτυπία;

Είναι λίγο παράξενο: τα χρέη της Ελευθεροτυπίας ήταν κάποια εκατομμύρια ευρώ, όταν άλλα «μαγαζιά» στο χώρο, που δε θέλω να κατονομάσω, χρωστάνε 150 ή 200 εκατομμύρια σε τράπεζες και όμως συνεχίζουν και εκδίδονται. Τώρα το γιατί συμβαίνει αυτό, ε, ας το σκεφτούν οι αναγνώστες σας, και ίσως καταλάβουν.

methenitis4

Πρόσφατα μου έκαναν μια ενδιαφέρουσα ερώτηση: «Γιατί εσείς οι νέοι δε βγαίνετε πια στο δρόμο, γιατί δεν επαναστατείτε;»

Καλή ερώτηση, αν κι εγώ βέβαια δεν είμαι νέος. Αλλά μετά τα τελευταία ανεπανάληπτα γεγονότα που βιώσαμε, που είχαν τη μορφή χιονοστιβάδας, ίσως έχουμε ψιλοζαλιστεί, ίσως έχουμε μουδιάσει, τα έχουμε γενικώς λίγο ψιλοχαμένα. Ενδεχομένως, ο ελληνικός λαός να χρειάζεται λίγο χρόνο να αφομοιώσει, να χωνέψει όλα αυτά τα πράγματα που του συνέβησαν. Δηλαδή εκεί που ήμασταν στα κάγκελα, ας πούμε, με το δημοψήφισμα, ξαφνικά βρισκόμαστε να αναρωτιόμαστε αν θα κοπούν οι συντάξεις πάνω από τα 1000, ή μήπως να τις κόψουμε πάνω από τα 1100 ευρώ; Πρέπει να αναλάβουμε τις ευθύνες μας και να σταματήσουμε να κάνουμε τα ίδια λάθη. Πρέπει να πάρουμε τις τύχες μας στα χέρια μας.

Κλείνοντας θέλω να μας πείτε ένα επίθετο, μια λέξη που είδατε και σας έκανε εντύπωση στην εκπομπή σας.

Ερευνώντας λοιπόν, βρήκα ένα απίστευτο επώνυμο και η σκέψη μου μετά ήταν πώς μπορεί αυτός ο άνθρωπος να το χρησιμοποιεί στις καθημερινές του συναλλαγές, πώς πηγαίνει στο Δημόσιο, πώς γράφει το παιδί του στο σχολείο. Αυτό το επώνυμο είναι «Κιουτσοκλανιότογλου» και θαυμάζω το ψυχικό σθένος και το μεγαλείο του ανθρώπου που το φέρει.   

Σχόλια

X