Έστω και με καθυστέρηση 6-7 μηνών, βρισκόμαστε προ των πυλών, της πλέον σημαντικής και συνάμα απρόβλεπτης εκλογικής αναμέτρησης από την Μεταπολίτευση κι έπειτα.

Ουδέποτε κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Ελλάδα βρέθηκε ξανά σε ένα τόσο κρίσιμο σταυροδρόμι. Ουδέποτε παρουσιάστηκε σε αυτό το βαθμό, συγκεχυμένο, το πολιτικό και κοινωνικό της τοπίο. Ουδέποτε ακόμα δεν έμοιαζε να κρίνεται η επιβίωση της, όπως και ουδέποτε τα είχε βρει τόσο σκούρα το παγιωμένο κατεστημένο του δικομματισμού, που την κυβέρνησε σταθερά από το 1974 και πληρώνει πλέον τα σπασμένα, για τα οποία εν πολλοίς ευθύνεται.

Οι πολίτες δείχνουν αποφασισμένοι να επιφέρουν ιστορικές αλλαγές την επερχόμενη Κυριακή (6/5), για τις οποίες ουδείς μπορεί να κάνει μία ασφαλή εκτίμηση σχετικά με την έκταση που θα λάβουν, ούτε αναφορικά με τα αποτελέσματα που θα έχουν. Το ερώτημα βέβαια, το οποίο εξακολουθεί να μην έχει χάσει τη θέση του πάνω στο τραπέζι, είναι αυτό του κατά πόσο αξίζει κάποιος να αναλωθεί στον κόπο του να στραφεί προς την κάλπη ή να την αγνοήσει, έστω και αν η συγκυρία μοιάζει να επιβάλλει την απόρριψη του δεύτερου ενδεχόμενου.

Αν ανατρέξουμε στο όχι και τόσο μακρινό καλοκαίρι των «Αγανακτισμένων», θα διαπιστώσουμε πως ένα εκ των κεντρικών συνθημάτων, αποτελούσε ξεκάθαρη αιχμηρή στόχευση προς όλους τους κομματικούς χώρους. Ένα σημαντικό ποσοστό του κόσμου θεωρούσε πως οι 300 της Βουλής, είχαν ισόποσο μερίδιο ευθύνης για την κατάντια της χώρας. Δεν αισθάνονταν πως μπορούσαν να εκπροσωπηθούν από κάποιο πολιτικό χώρο εντός του Κοινοβουλίου. Τι άλλαξε όμως από τότε;

Μάλλον πολλά. Αρχικά το κίνημα των «Αγανακτισμένων» αποτέλεσε σταδιακά παρελθόν και αυτό οφείλεται κατά βάση στη αδυναμία συγκρότησης, μίας συγκεκριμένης κατεύθυνσης, που ξεφεύγει από έναν απλό κανόνα ενότητας σε αντιμνημονιακό επίπεδο. Ωστόσο άφησε μία σπουδαία παρακαταθήκη. Αυτή της διαδικασίας αμφισβήτησης του κόσμου προς το όποιο όμορφο περιτύλιγμα κατέφθανε μέσω τηλεόρασης, ραδιοφώνου ή κάποιας ομιλίας.

Το «λεφτά υπάρχουν» έγινε βασικό σλόγκαν γελοιοποιήσεως του συστήματος και ουσιαστικά υπογράμμιζε με εμφατικό τρόπο την αδυναμία εκπλήρωσης των προεκλογικών υποσχέσεων ή κατά πολλούς την ηθελημένη αυτή αστοχία. Από τη γενική τσουβαλιασμένη, ξεκίνησε η σταδιακή σαφώς πιο εξειδικευμένη κριτική, αποδίδοντας τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

Η Βούλη ξαφνικά άρχισε να μοιάζει με ένα γήπεδο, το οποίο δεν έπρεπε να εγκαταλειφθεί, δεδομένου ότι αποτελούσε και αποτελεί το κέντρο αποφάσεων για το μέλλον του καθενός από εμάς. Από τη φάση της… πυράς, πέρασε σε στόχο κατάκτησης της.

Άλλωστε, το ζητούμενο δεν είναι να πετάξεις στον κάλαθο των αχρήστων ένα μέσο εκπροσώπησης και διεκδίκησης, αλλά στο πως θα το αξιοποιήσεις καλύτερα. Διαφορετικά με την ίδια λογική, θα πρέπει να αποχωριστούμε την τηλεόραση, το ίντερνετ και πολλά πολλά ακόμα αγαθά, που μοιάζουν με δίκοπο μαχαίρι.

Το κλίμα λοιπόν διαφοροποιήθηκε. Όπως και οι στόχοι. Οι πολίτες επιστρέφουν στις κάλπες, για να δώσουν το δικό τους μήνυμα. Για να περάσουν το δικό τους θέλω και πολλοί εξ’ αυτών αποφάσισαν να αφήσουν στην άκρη την λογική της ανάθεσης και να επιχειρήσουν οι ίδιοι να βγάλουν τα κάστανα από τη φωτιά. Να αναλάβουν οι ίδιοι χρέη εκπροσώπου.

Στον αντίποδα η επιχειρηματολογία που αντιστέκεται σε αυτή την τάση, υφίσταται και μιλά για αγώνες που πρέπει να δοθούν αποκλειστικά στους δρόμους και στις γειτονιές μέσω συλλογικών διαδικασιών. Η Βουλή δεν κερδίζεται και δεν υπάρχει λόγος για προσπάθεια διάσωσης της. Αποτελεί όργανο της εξουσίας και στο κάτω-κάτω αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι θα ήταν παράνομες…

Σε αυτή τη βάση, υπάρχουν παρόλα αυτά κάποια αδιαμφισβήτητα δεδομένα. Η εκλογική διαδικασία αποτελεί ένα από τα ελάχιστα απομεινάρια δημοκρατίας και ένα από τα πλέον σημαντικά όπλα του σήμερα, το οποίο δεν πρέπει να παραδοθεί. Οι εκλογές μπορεί να μην έφεραν ποτέ τη στάμπα του παράνομου, έφεραν όμως την ετικέτα του επικίνδυνου και γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, καθυστέρησε τόσο πολύ η διεξαγωγή τους.

Την ίδια στιγμή οι συσχετισμοί δυνάμεων επιτρέπουν για πρώτη φορά στην ιστορία της χώρας, να κυβερνηθεί από αριστερά χέρια και να βάλει ένα καλό τεστ αξιοπιστίας. Εκτός αυτού η πιθανότητα νοθείας, αποτελεί ένα ακόμα αποδεικτικό στοιχείο φόβου, ενώ ο σχολιασμός των όσων θα κρατήσουν στάση αποχής, για την είσοδο της Χρυσής Αυγής στη Βουλή, παραπέμπει στην αποδοχή της σημασίας των όσων συμβαίνουν στο ιστορικό κτίριο του Συντάγματος.

Εν κατακλείδι, όπως συνήθως διακρίνεται στα περισσότερα των διλημμάτων, μία λύση, η οποία συνθέτει και δεν αποκλείει είναι ουσιαστικά αυτή που πρέπει να επιζητείται. Τα καθήκοντα μας ως πολίτες, δεν τερματίζονται στις κάλπες. Θα πρέπει μία πιθανή εκλογική  νίκη, να συνδυαστεί με έναν αποτελεσματικό αγώνα εκτός των Κοινοβουλευτικών ορίων και όχι με αφετηρία μίας νέας περιόδου χειμερίας νάρκης. Μία τέτοια εξέλιξη, είναι αυτή, που θα εξασφαλίσει την οικοδόμηση θεμελίων, που δεν θα είναι κούφια και κάποια στιγμή θα μπορέσουν να αποτελέσουν στέρεες βάσεις, ενός κόσμου, που για την ώρα ονειρευόμαστε…

Σχόλια

X