«Στην αρχή κανένας δε θέλησε να πιστέψει το απαίσιο μαντάτο. Για βδομάδες και μήνες έλεγαν πως θα ήταν ψέμα, θα είχε γίνει λάθος· ίσως επίτηδες το έγραψαν οι φημερίδες για να κρύψουν τη διαφυγή του στο εξωτερικό ή κάτι τέτοιο. Ήταν των αδυνάτων αδύνατο να σκοτωθεί ο Άρης, ο πρωτοστάτης της ανταρτοσύνης» γράφει ο ποιητής και συγγραφέας Γιώργος Κοτζιούλας, ΕΛΑΣίτης που βρέθηκε στα βουνά της Ηπείρου μαζί με τον Άρη Βελουχιώτη.

Όπως έγραψε σιγά σιγά με τον καιρό και αφού το επιβεβαίωσαν οι σύντροφοί του αλλά και πολλοί που είχαν δεί το κομμένο του κεφάλι, άρχισαν να δέχονται το θάνατό του Βελουχιώτη ως γεγονός. Παρόλα αυτά, λέει ο Κοτζιούλας, πολλοί συνέχισαν να μην θέλουν να το παραδεχτούν. «Γι’ αυτούς ο Άρης ζει ακόμα. Οι ήρωες, οι υπεράνθρωποι δεν πεθαίνουν σαν τους άλλους ανθρώπους».

Η ιστορία τελικά επιβεβαίωσε τους τελευταίους. Ο Άρης «δεν πέθανε». Έγινε ένα με την έννοια της αντίστασης, του δίκαιου αγώνα, της αέανης επανάστασης. Έγινε παράδειγμα, σύνθημα, «εικόνισμα», λαικός ήρωας. Έγινε τραγούδι και ποιήμα.

Συγκεντρώσαμε έξι ποιήματα που γράφτηκαν για τον καπετάν Άρη, που σαν σήμερα, στις 27 Αυγούστου του 1905 γεννήθηκε.

Αντίσταση
Του Νίκου Καββαδία

Στο παιδικό μας βλέμμα πνίγονται οι στεριές
πρώτη σου αγάπη τα λιμάνια σβηούν και κείνα.
Θάλασσα τρώει το βράχο απ’ όλες τις μεριές
μάτια λοξά και τ’ αγαπάς – Κόκκινη Κίνα.

Γιομάτα παν τα Ιταλικά στην Ερυθρά
πουλιά σ’ αντικατοπτρισμό – μαύρη μανία.
Δόρατα μες τη νυχτιά παίζουνε νωθρά
λάμπει αρραβώνα στο δεξί σου – Αβησσυνία.

Σε κρεμεζί νύφη λεβέντρα Ιβηρική
ανάψανε στο Μπάριο – Τσίνο τα φανάρια
Σπανιόλοι μου θαλασσοβάτες και Γραικοί
Γκρέκο και Λόρκα – Ισπανία και Πασσιονάρια.

Κόσμος θανάτου ξαπολούνται οι Γερμανοί
τ’ άρματα ζώνεσαι μ’ αρχαία κραυγή πολέμου.
Κυνήγι παίζουνε μαχαίρι και σκοινί
οι κρεμασμένοι στα δεντριά μπαίγνια τ’ ανέμου.

Κι απέ Δεκέμβρης στην Αθήνα και φωτιά
τούτο της γης το θαλασσόδαρτο αγκωνάρι.
Λιάνιζε κάτω απ’ τη δρυ και την ιτιά
το Διάκο, τον Κολοκοτρώνη και τον Άρη.

Λεβεντομάνα Ρούμελη
Του Κώστα Βάρναλη

Ηρώων γεννήτρα Ρούμελη κι ανταρτομάννα,
σ’ εσέ πρωτοχτυπάει του Σηκωμού η καμπάνα
από τα χρόνια τα παλιά, το Εικοσιένα,
κάθε που η γη σου χάνεται. Δόξα σ’ εσένα!

Της Λεφτεριάς αθάνατη λεβεντομάννα,
ακούω το Γοργοπόταμο, την Αλαμάνα,
το θρυλικό χιλιόμετρο πενηνταένα,
να λένε την αντρεία σου, ύμνο σ’ Εσένα.

Παιδιά του λαού οι αρματολοί σου έφεραν, Μάννα,
σ’ όλα σου τα παιδιά του Λυτρωμού το μάνα.
Δόξα στον κάθε πολέμαρχό σου κι ακρίτη,
δόξα σ’ Εσένα Μεραρχία Δέκατη Τρίτη.

Δόξα στην πρώτη σου ψυχή και νου, τον Αρη,
τον πρώτο καπετάνιο μας κι άξιων μπροστάρη,
που όντας, έπεσαν όλοι, υψώθη σπάθα πρώτη
ενάντια στον οχτρό κ’ ενάντια στον προδότη

ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΜΑΣ
Γιώργος Κοτζιούλης

Θυμάσαι πώς με δέχτηκες γυμνόν απ’ το ποτάμι
φόντας παράγγειλες γοργού συντρόφου σου να δράμει
με δεύτερο άτι σελωτό κοντά σου να με φέρει
την ίδιαν ώρα πόλαβες το βιαστικό χαμπέρι!

Στις χράσπες μ’ έσυρε της γης κυνηγημένο η σφίξη,
γιατί απ’ τους λύκους των βουνών είχα πολλά τραβήξει,
και για να μη με βγάλουνε λουρίδες άγριοι βλάχοι
ρίχτηκα απόκοτος κι εγώ σ’ άλλου στοιχειού τη ράχη.

Πέφτανε σπίθες, χιόνιζε κι ήταν, θυμάμαι, γιόμα
σα βγήκα μές απ’ το νερό με την ψυχή στο στόμα
πως με τραβούσε η σούδα του, πως γλίστραε το χαλίκι
με τι λαχτάρα κέρδισα του λυτρωμού τη νίκη!

Μα όταν σε λίγο μου άπλωσες τα χέρια τα’ ατσαλένια
και μ’ άγγιζαν στο μάγουλο, πολέμαρχε, τα γένια
πούχαν φουντώσει, φλογιστεί μες στ’ άναμμα του αγώνα,
ξέχασα ευθύς τα πάθια μου και το βαρύ χειμώνα.

Το βλέμα σου τα’ αδείλιαστο φέγγει όλο καλωσύνη
κι ο λόγος σου έμπνευση, φτερά του μουδιασμένου δίνει.
Οι οχτροί σε τρέμουν, αλλά εμείς στα μάτια σε κοιτάμε
κι εγώ που πάντα ξέφευγα μένω δικός σου, να ‘μια.

Ήρθα αποπίσω σου, έτοιμος μ’ εσέ και να πεθάνω,
πιστός ακόλουθος κοντά στον πρώτο καπετάνιο,
τότε που πλάι σου η χώρα μας αναριγούσε ακέρια
στα χιόνια τα Θεσσαλικά και στ’ άλλα λασπονέρια.

Τις μέρες πούχαμε άξαφνα περ’ απ’ τον Άσπρο φύγει,
φάγαμε ανάλατο ψωμί κι εκείνο με το ζύγι,
μα ήταν ο πόνος πιο μικρός όταν εκεί στο τσόλι
βλέπαμε αυτούς που ξάπλωσε των πλερωτών το βόλι.

Μα όταν αντάριασε ο θυμός όλων μας πια τα φρένα,
κίνησες σαν τα σύγνεφα τα’ αστραποφορτωμένα
κι όπως κυλά η κατεβασιά τα πήρες όλα σβάρα,
των φίλων αναγάλιασμα, του αντίμαχου τρομάρα.

Με το φιλί σου φλογερή στο πρόσωπο σφραγίδα
μέρα και νύχτα δίπλα σου και σ’ άκουσα και σ’ είδα,
στο χωρατό και στην οργή, στα γέλια στα μπουρίνια,
καθώς αλλάζουν οι καιροί κατά τα μερομήνια.

Κι ούτε ξεχνώ (αν μου δόθηκε του ποιητή η χάρη)
πως με πρωτόφερες εσύ κοντά σου καβαλάρη,
ο ίδιος που αράδα κόβοντας κεφάλια ντροπιασμένα
ξέρεις ωστόσο να τιμάς επάξια τον καθένα.

Ο ΑΡΗΣ ΝΕΚΡΟΣ
(αποσπάσματα)

Σαν το μονόλυκο έμεινες πού όλοι τον κυνηγάνε
κι εκείνος μες στο λόγγο πάει, αχ, Άρη καπετάνε!
Ζαγάρια και λαγωνικά κι αγρίμια νυχτοπλάνα
με κυνηγούς κρυφόγνωμους σε πήρανε παγάνα
κι ούτε έχεις τόπο να σταθείς, ράχη αμπηδάς σε ράχη
κι όλο στενεύεσαι, γιατί δεν είν’ αυτοί μονάχοι.
Με τα λυσσάρικα σκυλιά βγήκαν ακόμα κι άλλοι,
κλέφτες που εσύ τους χάρισες, αφέντη, το κεφάλι,
τώρα όμως τρέχουν, αλυχτάν ζουλάπια, λέω, κι ανθρώποι
του φοβερού πολέμαρχου να βρουν το κατατόπι.
Μην πεις ποτέ πως δείλιασε, κοπήκαν τα ήπατά του
καθώς απείκασε βαρύ τον ίσκιο του θανάτου,
μα όσο του κλείνεται η ποριά να κόψει, να ξεφύγει,
τέλος αιώνιο μελετάει με τη ζωή τη λίγη.
Μαζί με τους συντρόφους του, μ’ όσους ακόμα βρίζει,
πιάνουν ταμπούρι, στέκονται γερά στο μετερίζι
και μαθημένοι από φωτιά, ξεθάρρευτοι από βόλι,
να πέσουν ως τον ένα τους αποφασίζουν όλοι.

(…)

Ωχ, Άρη, δεν το λόγιαζα, πιστός σου εγώ, θυμήσου,
να γίνω τόσο γλήγορα και μοιρολογητής σου.
Μα όχι, δεν πρέπουν κλάματα σ’ εσέ, δεν πρέπουν θρήνοι,
παρά για μέθυσμα κρασί να πιω με το λαγήνι
κι αλαλιασμένος, με το νου φευγάτο, δίχως γνώμη,
για τ’ όνομά σου δεύτερα και για το παρανόμι,
προς τα ηπειρώτικα βουνά κοιτώντας τάχα πέρα,
κουμπούρα μια και δυο βολές ν’ αδειάσω στον αέρα
και ματαπάλι, να βροντάει άπαυτα μέσαθέ μου
σα διπλοκάμπανο ή καθώς τρουμπέτα του πολέμου,
για να δοκιέμαι, τρέμοντας ως μες στο φυλλοκάρδι,
το χρέος οπόχουν το σκληρό στα χρόνια μας οι βάρδοι.

 

ΣΤΟΝ ΑΡΗ ΜΟΥ – ΣΤΟ ΚΑΜΑΡΙ ΜΟΥ
Λαμία – Ιούλιος 1945

Άρη μου, Άρη, Άρη μου, παιδί μου παλληκάρι
Σε ράχες ήσουν σε βουνά, το κάλεσε η ανάγκη
Αλοίμονο: ο στόνος μου τόσο μακριά δε φτάνει

Κι αν σε καλούν οι στεναγμοί κι αν σε καλούν οι θρήνοι
Εσύ κοιμάσαι αξύπνητος στο φως και στη γαλήνη

Αχ! Συ διαβάτη της ζωής! Πανέμμορφε διαβάτη!
να ξαναρθής εδώ στη γη, δε θαύρης μονοπάτι

Άρη μου! Γιατί άφησες τη δόλια σου μανούλα
το δύστυχο πατέρα σου να κλαίμ’ όλη μερούλα;

Το υστερόγραφο της δόξας (Απόσπασμα)
Του Γιάννη Ρίτσου

Αρη
Στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά τ’ άλογα
ο καλπασμός σου.
Ζήτω,

Αρη
τ’ όνομά σου η σάλπιγγα
η ανηφόρα της ψυχής σου
ψηλά – ψηλά – που πας
αγγόνι του Κολοκοτρώνη;

Αρη
ρωμιέ λεβέντη
ασίκη της παλληκαριάς
οι Αγγελοι σε παράταξη
δείχνουν όπλα
καθώς ανεβαίνεις.

Αρη
τα δέντρα κλαίνε
κλαίνε τα βουνά
κλαίν’ τα ποτάμια μας
νυχτώνει ο ίσκιος σου στους κάμπους
νυχτώνει τον αγέρα
γδέρνει τα στήθια της η Ελλάδα
δέρνεται η Λευτεριά
η Λευτεριά μητέρα σου
και σου κανακίζει τα γένεια
στον ίσκιο του πλατάνου

Αρη
σε κλαίνε τ’ άλογα
κλαίνε τ’ αρνιά
κλαίν’ τα τρυγόνια
σε κλαίει κι ο Χάρος δίχως να τον βλέπεις
καθώς σε πάει καβάλα στο φαρί του
εσύ μπροστά στη σέλα πάνου
και κείνος στα καπούλια.

II

Αρη
στα βουνά στα βουνά
πάνου ψηλά
στα σύγνεφα.

Αρη
στο μαύρο σκούφο σου
μαζεύει η Ελλάδα τις καρδιές μας
μαζεύει τον όρκο μας
αητέ μας
που χάραξες τον ίσκιο σου
τριπλό σταυρό στον ήλιο.

Ωχ βγάλτε τ’ ακριβά σκουτιά
μέσ’ απ’ τα ελάτινα σεντούκια
βγάλτε τις κόκκινες παντιέρες
βγάλτε τ’ ανθόνερα
πλύντε τον και τυλιχτέ τον,
σκεπάστε με μαυροπάνια τους καθρέφτες
σκεπάστε και το Γοργοπόταμο.
Τρεις μέρες και τρεις νύχτες
ουδέ ψωμί κι ουδέ κρασί
κι ουδέ λαγούτο –
λουκέτο στον ντουνιά
και στην καρδιά
κατεβασμένα τα ρουλά στα πρόσωπα
κλειστά και του σκυλιού τα μάτια
κλειστά τα παρεθύρια
τι αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς
κι έγειρε η χαίτη του στο χώμα.

Αποκοιμήθη το λιοντάρι της αντρειάς.
Σιωπή τρεις μέρες και τρεις νύχτες
και τα χαράματα ταχιά
να σκούξουν μονομιάς τα καροφίλια
διακόσες μπαταρίες
ν’ αντιβουίξει η Λιάκουρα κι η Πίντο
ν’ αντιβουίξουν οι σπηλιές του ’21
ν’ αρχίσουν τα βιολιά και τα λαγούτα
ν’ ανοίξουνε τα πορτοπαραθύρια
τι δέστε πάνου εκεί ψηλά
στο ξάγναντο της δόξας
ψηλά-ψηλά μέσα στο φως
στα χρυσά σύγνεφα της δύσης
δυό κόκκινα φαριά τραβάν
και πάνου στόνα η Λευτεριά
και στ’ άλλο πάνου ο Βελουχιώτης.

Σχόλια

X