Με κατηγορούν συχνά ότι είμαι απόλυτος, ξεροκέφαλος και ενίοτε «ξερόλας». Τις περισσότερες φορές έχουν δίκιο. Δεν την βρίσκω ιδιαίτερα με το να δέρνω ή να παίζω μπάλα, άσε που αν προσπαθούσα θα έτρωγα άπειρες φάπες και γκολ αντίστοιχα. Έτσι ο μόνος τρόπος να επικρατήσω, να αποδείξω την ανωτερότητά μου, είναι η ολοκληρωτική νίκη σε αντιπαραθέσεις επιχειρημάτων.

Τι εύκολο αλλά και τιποτένιο που είναι. Μπορεί να το κάνει ο καθένας: το βουλώνεις σε συζητήσεις που δεν θεωρείς ότι έχεις πιθανότητες «νίκης», αλλά όταν πετύχεις θέμα στο οποίο διαθέτεις επαρκή κατάρτιση και ενημέρωση, ορμάς σαν σαρκοβόρο τέρας. Ξεκοκαλίζεις μεθοδικά τα επιχειρήματα της άλλης πλευράς, μέχρι να καταρρεύσει ολοσχερώς η αντίθετη άποψη. Η εξάντληση του αντιπάλου μοιραία οδηγεί σε αναγνώριση της υπεροχής σου. Θρίαμβος!

Ευτυχώς, υπάρχουν στιγμές που μπορώ να διακρίνω πόσο μάταιο είναι αυτό το κυνήγι του ακλόνητου επιχειρήματος – συνήθως τη γλυτώνω χωρίς να φάω τις φάπες που λέγαμε. Το πρόβλημα δεν είναι να έχει κανείς δίκιο, αλλά να γίνεται καλύτερος άνθρωπος ανοίγοντας μάτια και αυτιά στο διαφορετικό. Κι αυτό δεν επιτυγχάνεται μονολογώντας, αλλά ακούγοντας.

Σταματάμε να ακούμε τη στιγμή που κρεμάμε βολικές ταμπέλες στον (όποιο) Άλλο. «Ε μα βέβαια», σκεφτόμαστε, «αφού είναι Κνίτης / Συριζαίος / Χρυσαυγίτης / Χριστιανός / Μουσουλμάνος / γαύρος / βάζελος / γέρος / πιτσιρικάς / ονειροπαρμένος / κυνικός». Η ταμπέλα βοηθάει στο «δίκαιο» του επιχειρήματός: μετατρέπει τον άλλο σε απόλυτο και «κολλημένο», όταν στην πραγματικότητα αυτός που την κρέμασε είναι εξαρχής αυτός που φοράει παρωπίδες.

Όλα αυτά ίσως δεν είχαν τόση σημασία μέχρι πριν από λίγα χρόνια. Σε καιρούς ανάπτυξης μπορείς άνετα να πίνεις μπύρες στα καφενεία και να διαφωνείς για το αν ο αναρχοσυνδικαλισμός είναι καλύτερος δρόμος για την αταξική κοινωνία από τον ορθόδοξο μαρξισμό-λενινισμό. Μπορείς να κλείνεις τα αυτιά σου στην αντίθετη άποψη και να βροντοφωνάζεις για το πόσο δίκιο έχει το κόμμα, η συνιστώσα, η τάση που υποστηρίζεις, για το πόσο καλύτερη θα ήταν η πολιτική που υπηρετείς.

Οι καιροί ανάπτυξης όμως πέρασαν, και δεν θα επιστρέψουν για αρκετά χρόνια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια πια να αποδεικνύουμε ότι έχουμε δίκιο. Πολύ φυσιολογικά προσπαθούμε να στρατευθούμε πίσω από οικεία ή νέα κόμματα, πρόσωπα, πολιτικές, ή (ίσως πιο συχνά) να αποφασίσουμε τουλάχιστον σε ποιους είμαστε ενάντια. Αλλά η κοινωνία της βαθιάς ύφεσης δεν είναι ποδοσφαιρικό πρωτάθλημα – δεν θα αλλάξει κάτι αν είμαστε ΑΕΚ ή απλώς «αντί-γαύροι».

Αυτές τις ημέρες λαμβάνονται αποφάσεις για πολύ συγκεκριμένα, εξαιρετικά σημαντικά πράγματα. Δεν θέλω πια να ακούω (και κυρίως να μιλάω) γενικώς και αορίστως για «διάλυση των εργασιακών δικαιωμάτων», «εξαθλίωση των λαϊκών στρωμάτων» και «μνημονιακό μεσαίωνα». Δεν θέλω πια να πείσω τους φίλους που ελπίζουν στον Τσίπρα ότι η πολιτική του θα μας οδηγήσει εκτός Ευρώ, ούτε τους άλλους που ψήφισαν Κουβέλη ότι στηρίζουν το αριστερό δεκανίκι του νεοφιλελεύθερου Μνημονίου.

Θέλω να ακούσω (και λιγότερο, να μιλήσω) για συγκεκριμένες προτάσεις σε συγκεκριμένα ζητήματα. Δεν περιμένω από τους συνομιλητές μου να μου παρουσιάσουν συνολικό πενταετές πλάνο για την οικονομία της χώρας. Περιμένω όμως, να ανταλλάξουμε απόψεις για μικρά βήματα, κι ας είναι σε δευτερεύοντα θέματα. Το οποίο προϋποθέτει σε πρώτη φάση να αρχίσουμε να διαβάζουμε και να ακούμε ενεργά όλες τις απόψεις, μένοντας όσο το δυνατόν πιο ανεπηρέαστοι από την πολιτική μας ταυτότητα, και χωρίς να βιαζόμαστε να κρεμάσουμε ταμπέλα σε αυτόν που γράφει ή μιλάει.

Δεν θέλω πια να γράφω (μόνο) για το πόσο επικίνδυνοι είναι οι Χρυσαυγίτες. Θέλω να μάθω τί τους έκανε Χρυσαυγίτες και πώς θα άλλαζαν γνώμη. Δεν θέλω πια να επιχειρηματολογώ για τη ματαιότητα της πολιτικής λιτότητας. Θέλω να μάθω ποιοι και γιατί την επιβάλλουν και αν υπάρχουν εναλλακτικές. Δεν θέλω πια να ξεσπαθώνω ενάντια στο ανίκανο Δημόσιο με δήθεν χαριτωμένες ιστορίες. Θέλω να ακούσω μία ρεαλιστική πρόταση για να γίνει αποτελεσματικό το Δημόσιο χωρίς να μείνει κανείς στο δρόμο. Κι όλα αυτά δεν θέλω να τα ακούσω σαν να μου διαβάζουν κομματικά προγράμματα – τα  διαβάζω και μόνος μου.

Δεν θέλω πια να έχω δίκιο. Θέλω να μάθω τί μας έφερε ως εδώ και να ακούσω σχέδια για το πώς να προχωρήσουμε διαφορετικά.

ΥΓ. Δεν θέλω πια να γράφω εξυπνάδες στα υστερόγραφα.

Σχόλια

X