Πριν λίγες ώρες, τα μεσάνυχτα, πετύχαμε μια ομάδα μουσικών να προχωρά στο δρόμο. Όλοι τους ντυμένοι αποκριάτικα. Ο ένας κρατούσε την τσαμπούνα, άλλοι δύο τα νταούλια κι ένας κιθάρα. Τους ακολουθήσαμε, όπως κι άλλοι περαστικοί και χορέψαμε πάνω στους παραδοσιακούς ρυθμούς. Όλοι άγνωστοι μεταξύ μας, γίναμε ένα και διασκεδάζαμε μαζί.

Στα Εξάρχεια, που έχουν γίνει τόσες και τόσες πορείες, αυτή θα μείνει ως ξεχωριστή. Μια νύχτα αποκριάς, που είχε αίτημά της την ελεύθερη ζωή.

Πετύχαμε την ομάδα των μουσικών ψηλά στην Καλλιδρομίου, την περπατήσαμε μέχρι τη Θεμιστοκλέους. Τα αμάξια που δεν μπορούσαν να περάσουν λόγω της πορείας μας, δεν πατούσαν την κόρνα. Οι οδηγοί χαμογελούσαν και περίμεναν όπως δεν κάνουν ποτέ μέσα στη μέρα. Κατηφορίσαμε τον πεζόδρομο κι η πορεία μεγάλωνε διαρκώς. Ο κόσμος γινόταν περισσότερος. Οι περαστικοί που ανέβαιναν χόρευαν μπροστά στον μουσικό με την τσαμπούνα.

Ακόμη κι οι απελπισμένοι που τριγυρνούν τέτοιες ώρες στους δρόμους, σα να κραύγαζαν πάλι, αλλά τούτη τη φορά μελωδικά. Όχι δεν είναι μια λυρική υπερβολή. Η κραυγή ενός ανθρώπου, που άλλες φορές -τον έχω δει- μαρτυρά τον πόνο, τώρα έδενε αρμονικά με τη μουσική. Γιατί, είπαμε, ήμασταν όλοι ένα. Ξένοι, άστεγοι, ό,τι θες.

Περάσαμε από τα ρακάδικα με τη live μουσική. Η δική μας live μουσική κέρδισε την προσοχή. Ο κόσμος άφησε κατά μέρους αυτό που είχε πληρώσει και άκουσε αυτό που κυκλοφορούσε ελεύθερο. Το χάζεψε, τον συνεπήρε, για λίγο αν μέναμε παραπάνω, ίσως να σηκωνόταν κι από την καρέκλα.

Καταλήξαμε στην πλατεία. Την πλατεία Εξαρχείων, την χιλιοσυκοφαντημένη. Η πορεία μας σταμάτησε, οι μουσικοί έπαιζαν, εμείς χορεύαμε και κάποιοι ακόμη άρχισαν να πλησιάζουν. Τα γόνατά τους άρχισαν να λυγίζουν ρυθμικά, οι φωνές τους ν’ ακούγονται πιο πολύ.

Μια γυναίκα, με την μπύρα στο χέρι χόρευε ως η πιο ιδανική παρτενέρ στον μουσικό με την τσαμπούνα. Άρχισε να χορεύει με όλους μας. Κοίταζε γύρω με τον σπινθηροβόλο της βλέμμα και ένιωθε και ένιωθες, ότι αυτή τη χαρά που της προκάλεσε η μουσική, είχε την ευκαιρία να την εκφράσει, να τη μοιραστεί, να μην αντιμετωπιστεί ως κάτι το περιθωριακό.

Συνεχίσαμε στη Βαλτετσίου. Οι υπάλληλοι έκλειναν, οι μαγαζάτορες έκαναν τον απολογισμό της Τσικνοπέμπτης. Πάνω από τη σχάρα της ταβέρνας που ακόμη σιγόκαιε, μια κοπέλα έκανε τη διαδρομή της με το χέρι. Αισθανόταν τόση χαρά κι ελευθερία, που μπορούσε να απολαύσει την κάθε αίσθηση.

Συνεχίσαμε κι άλλο χορέψαμε, κοιτάξαμε τον ουρανό, που καμία πολυκατοικία δεν μπορούσε πια να κρύψει. Αισθανθήκαμε ότι πήραμε ανάσα τόσο βαθιά, που κερδίσαμε 10 χρόνια. Ήταν μια ανάσα, μια γεύση πραγματικής ελευθερίας. Να μη σε νοιάζει που πας, τι ώρα θα γυρίσεις. Να ακούς τη μουσική και να βαδίζεις στο άγνωστο.

Μια γεύση που δεν θα ξεχάσω ποτέ και θα ονειρεύομαι να γίνει η ζωή μου ολόκληρη.

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κώστας Παπαντωνίου

Σπούδασε Επικοινωνία και ΜΜΕ στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ξεκίνησε να δημοσιογραφεί το 2009, ως μπασκετικός ρεπόρτερ στo sport.gr όπου έμεινε μέχρι το 2011. Στη συνέχεια συμμετείχε στο trollradio.gr ως μουσικός παραγωγός για ένα χρόνο. Τον Μάρτη του 2012 δημιούργησε μαζί με φίλους και συναδέλφους το αυτοδιαχειριζόμενο διαδικτυακό περιοδικό 3pointmagazine.gr, ενώ από το καλοκαίρι του '12 εργάζεται στην εφημερίδα Αυγή.

Σχετικά Άρθρα

X