Στον ιδιωτικό τομέα, μαζί με τις εντολές για το τι θα φοράς και πως θα μιλάς πάντα προς όφελος του ιδιώτη για τον οποίο δουλεύεις, έρχεται στο προσκήνιο και μία νέα διαταγή. Πως θα αισθάνεσαι. Αν δε μοιάζεις διαρκώς με κινητή διαφήμιση μπορεί να χάσεις και τη δουλειά σου, όπως έγινε πριν μερικές ημέρες στον όμιλο ΜΕΤΚΑ που απέλυσαν εργαζόμενο επειδή δεν ήταν χαρούμενος…

Έχοντας μεγαλώσει με μία μητέρα εργαζόμενη σε αυτό τον τομέα, είχα πάρει από μικρή μια γεύση για το τι συμβαίνει. Για τα 10ωρα και 12ωρα που όχι μόνο δε μπορούσες να μιλήσεις γιατί δεν υπήρχαν συνδικάτα αλλά και αν τολμούσες να φτιάξεις συνδικάτο σε απέλυαν κατευθείαν. Για τη σωματική κούραση και την ορθοστασία όχι 20χρονων παιδιών, αλλά ακόμα και 50χρονων ανθρώπων με σοβαρά σωματικά προβλήματα που όμως δεν έχουν άλλη εναλλακτική πέρα από το μεροκάματο. «Γιατί αν δεν κάτσω 12 ώρες όρθια, εσύ αύριο δε θα έχεις να φας». Πάντα με γέμιζε οργή αυτή η φράση, αλλά πολύ περισσότερο, κάθε βράδυ η απάντησή της στο τι κάνεις, ένα σκέτο : «Μη με ρωτάς εμένα».

Δεν άργησε λοιπόν ο καιρός που πήρα τη σκυτάλη στην ορθοστασία. Στα εξαντλητικά πέρα δώθε στην Πατησίων για να μοιράζω τσάγια στους περαστικούς με 30 βαθμούς έξω και μέσα 60. Να θέλω να κλάψω κάθε φορά που δεν έπαιρναν το τσάι μου λες και με έβριζαν, κάθε φορά που με προσέβαλαν όντως ή με αποκαλούσαν σεξιστικά «μοντελάκι». Να βουρκώνω κάθε φορά που οι επόπτες μου έλεγαν ότι θα με σκοτώσουν επειδή μπέρδευα τα ονόματα των εταιριών. Αντ’ αυτού να χαμογελάω. Και να φοράω κάθε πρωί το κοντό σορτσάκι και την πλατφόρμα, υποβιβάζοντας τον εαυτό μου για 20 ευρώ και για μια φωτογραφία που θα στελνόταν στην εταιρία αποδεικνύοντας πόσο χαρούμενοι είμαστε όλοι πίνοντας το τσάι της ή δουλεύοντας γι’ αυτό. Και να γυρίζω σπίτι και να πλαντάζω στο κλάμα και να βρίζω τις εταιρίες και τον καπιταλισμό και να έχω αποκτήσει μέχρι σήμερα κουσούρια στο σώμα μου επειδή απαγορευόταν και το διάλειμμα.

Και κάθε φορά να αναγνωρίζω την υπομονή της μάνας μου που τόσα χρόνια δε βγάζει μιλιά, παρά μόνο σκύβει το κεφάλι για να υπάρχει φαγητό στο σπίτι. Και αμέσως μετά να γεννιέται το άδικο. Ένα άδικο βαρύ κι’ ασήκωτο, όχι μόνο γιατί σπουδάζουμε ή κάποιοι έχουν και πτυχίο και αντί να ασκούν ένα αντίστοιχο επάγγελμα, συμμορφώνονται στη λογική του κέρδους αλλά άδικο για την ασέβεια. Γιατί όσα και να υπομείνεις, όσο και να παραδεχθείς βαθιά μέσα σου ότι κάποιοι είναι άνθρωποι και κάποιοι άλλοι ζώα, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου πει : «Γαμώ το Χριστό και την Παναγία σου» επειδή χρησιμοποίησες το ασανσέρ. Κανείς δε μπορεί να μιλάει έτσι στους εργαζόμενούς του, όσα χιλιάρικα και αν έχει για να στήσει μια επιχείρηση. Κανείς δε μπορεί να σου ζητά να χάσεις κιλά και να ισιώνεις τα μαλλιά σου για να μοιάζεις στα μοντέλα. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να πατάει κάτω την προσωπικότητά σου και μαζί μ’ αυτή όλες σου τις ελπίδες για ζωή και αξιοπρέπεια.

Πάνω απ’ όλα όμως, κανείς δεν έχει το δικαίωμα να σου ζητά να είσαι ευτυχισμένος τη στιγμή που δουλεύεις κάτω από τέτοιες συνθήκες. Τη στιγμή που η απόλαυση της εργασίας γίνεται προνόμιο λίγων ή κατάχρηση όσων βρήκαν μία θέση στο δημόσιο.

Αυτό όμως που με πονάει περισσότερο είναι η νομιμοποίηση της ψυχολογικής βίας. Η εσωτερίκευση της απώλειας των δικαιωμάτων όχι μόνο των εργασιακών αλλά και των δικαιωμάτων έκφρασης και αλληλεπίδρασης με τον εργασιακό σου χώρο. Η απονομιμοποίηση ταυτόχρονα του θυμού, της απογοήτευσης, της κούρασης. Όλων εκείνων των συναισθημάτων που πονάνε αλλά και σου υπενθυμίζουν παράλληλα την ανθρώπινή σου φύση, σε προστατεύουν από την ολοκληρωτική εξάντληση, από την πολυεπίπεδη ισοπέδωση, από το μαρασμό της δημιουργίας.

Γιατί, μισητοί αμόρφωτοι ιδιώτες της δεκάρας, όπως είχε πει και ο Freud: «ευτυχισμένος είναι ο άνθρωπος που μπορεί να εργάζεται και να αγαπά», όχι όποιος γυρίζει κάθε βράδυ σπίτι του όλο και πιο καταπονημένος, φοβισμένος και κενός.

Σχόλια

X