Μακριά από τους προβολείς του Παγκοσμίου Κυπέλλου, στο Αφρικανικό αρχιπέλαγος της Ζανζιβάρης, μια ομάδα μουσουλμάνων γυναικών αψηφά την κουλτούρα που προστάζει πως μόνο οι άντρες μπορούν να παίξουνε ποδόσφαιρο.

Τζούμπι, Ζανζιβάρη: «Διάφοροι έχουν προσπαθήσει να με αποτρέψουν από το να παίξω», λέει η Ριζίκι Αμπντάλα, καθισμένη στο ταπεινό σπίτι της μητέρας της στο χωριό Ντολέ της Ζανζιβάρης, ενός ημιαυτόνομου αρχιπελάγους έξω από τις ακτές της Τανζανίας. «Μου λένε: ‘Μην παίζεις ποδόσφαιρο, το ποδόσφαιρο είναι για τους άντρες’».

Ριζίκι Αμπντάλα. Φωτογραφία: Nichole Sobecki

Στη Ζανζιβάρη, βλέπεις παιδιά να παίζουν μπάλα αρκετά συχνά και ανθρώπους να παρακολουθούν παιχνίδια του Παγκοσμίου Κυπέλλου στις τηλεοράσεις γωνιακών εστιατορίων, όπως συμβαίνει και οπουδήποτε αλλού στον κόσμο. Αλλά αυτό που δεν βλέπεις είναι γυναίκες να παίζουν ποδόσφαιρο. Εδώ, το ποδόσφαιρο, αν και δημοφιλές, περιορίζεται στα αγόρια και τους άντρες. Μέσω δημόσιας πίεσης, έλλειψης χρηματοδοτών και οικογενειακής διαπόμπευσης, οι γυναίκες αποθαρρύνονται από το να παίξουν.

«Δεν έχω δεχτεί ποτέ σωματική βία», προσθέτει η κα. Αμπντάλα, ρίχνοντας βιαστικά ένα ανήσυχο βλέμμα στη μητέρα της, που κάθεται στην άλλη άκρη του δωματίου. «Εκφράζουν, ωστόσο, σε μένα και την οικογένειά μου και λένε πως δεν θα έπρεπε να παίζω ποδόσφαιρο».

Η κα. Αμπντάλα είναι περισσότερο γνωστή στη Ζανζιβάρη με το ψευδώνυμό της, Τσαντολέ, που σημαίνει η μικρόσωμη από το Ντολέ, το αγροτικό χωριό των χιλίων κατοίκων όπου μεγάλωσε. Αποτελεί μέλος μιας κοινότητας έξι ομάδων που συγκροτούν το πρωτάθλημα γυναικών της Ζανζιβάρης. Παρά τις κοινωνικές πιέσεις που πηγάζουν από συντηρητικές απόψεις σχετικά με το ρόλο των γυναικών, οι αθλήτριες στο γυναικείο πρωτάθλημα της Ζανζιβάρης επιμένουν, μαχόμενες όλες μαζί, χωρίς οικονομικούς πόρους ή υποστήριξη, χάρη στην αγνή αγάπη τους για το ποδόσφαιρο.

Η αντίστασή τους στην κριτική που δέχονται τις έχει φέρει κοντά, σε κάτι που φαίνεται ως η απαρχή ενός κινήματος. Εντός του γηπέδου γελούν και αγκαλιάζονται, και πολλές από τις παίκτριες έχουν σχηματίσει στενές φιλίες μεταξύ τους. Η ελπίδα τους είναι πως, μια μέρα, το γυναικείο ποδόσφαιρο θα λάβει την ίδια αναγνώριση και υποστήριξη από την κυβέρνηση όπως και το αντρικό. Αλλά, πάνω από όλα, θέλουν απλώς να μπορούν να παίζουν.

«Είμαι αφοσιωμένη στο να παίζω», λέει η κα. Αμπντάλα. «Δεν φοβάμαι τίποτα».

Η επιμονή της κας. Αμπντάλα να παίζει τη διαχωρίζει από την υπόλοιπη κοινότητα του Ντολέ, και η ικανότητά της στο ποδόσφαιρο τη διαχωρίζει από όλο το υπόλοιπο νησί. Είναι το αστέρι της Εθνικής Ομάδας Γυναικών της Ζανζιβάρης. Εντός γηπέδου προσπερνά τις άλλες παίκτριες επιβλητικά, χάρη στο ότι αναπτύσσει την ποδοσφαιρική της τεχνική ήδη εδώ και μια δεκαετία.

Η τεχνική αυτή παρουσιάστηκε στην πληρότητά της κατά τη διάρκεια ενός πρόσφατου απογευματινού παιχνιδιού μεταξύ της ομάδας της κας. Αμπντάλα, της Μαχήτριας του Τζούμπι, και των Πράσινων Βασιλισσών. Το Τζούμπι, ένα αγροτικό χωριό περίπου του ίδιου μεγέθους με το Ντολέ, ήταν το μέρος όπου διεξήχθη ο αγώνας: ήταν το πρώτο παιχνίδι της σεζόν 2018. Κάποιες παίκτριες σάρωσαν το κακοτράχαλο γήπεδο, βγάζοντας πέτρες στο μέγεθος μπάλας του μπέισμπολ και πετώντας τες έξω από τις γραμμές. Οι θεατές ήταν λίγοι στην αρχή –κάποιοι φίλοι και συγγενείς στην άκρη του γηπέδου- αλλά αυξήθηκαν γρήγορα καθώς η είδηση της διεξαγωγής του παιχνιδιού άρχισε να διαδίδεται και στο ακροατήριο προστέθηκαν άλλη μια ντουζίνα άτομα. Μια ομάδα νεαρών αντρών, κάποιοι από τους οποίους ντυμένοι με κανζού, είχαν γείρει σε ένα σωρό από τούβλα πίσω από το γήπεδο και έκαναν πλάκα στις παίκτριες. «Πιάσ’ την!» φώναζαν στα Σουαχίλι. «Μην την αφήσεις να σε προσπεράσει!»

Επτά από τις γυναίκες σε αυτόν τον αγώνα παίζουν στην Εθνική Ομάδα της Ζανζιβάρης. Το Ραμαζάνι και οι εντυπωσιακοί εορτασμοί του Εΐντ αλ-Φιτρ που το ακολουθούν είχαν μόλις τελειώσει, επομένως πολλές από τις γυναίκες έφεραν ακόμα τα σημάδια των εορτασμών, συμπεριλαμβανομένων των νυχιών τους που ήταν βαμμένα πορτοκαλί, των καρπών τους που ήταν περιτυλιγμένοι σε ντελικάτα σχήματα από χέννα, και των μαλλιών τους που ήταν δεμένα σε κοτσίδες και έκαναν αντίθεση με τις χρωματιστές φανέλες και τα ειδικά παπούτσια με καρφιά. Οι γυναίκες δεν παίζουν ποδόσφαιρο κατά τη διάρκεια του Ραμαζανίου: η νηστεία (περιλαμβανομένης και της αποχής από το νερό) καθιστά την άθληση στη καυτή ζέστη της Ζανζιβάρης σχεδόν απίθανη. Και ακόμα και όταν η νηστεία λήγει το βράδυ, η παράδοση θέλει μόνο τους άντρες να παίζουν τέτοιες ώρες κατά τη διάρκεια του Ραμαζανίου, και όχι πάντα.

Η κα. Αμπντάλα ξεκίνησε να παίζει ποδόσφαιρο στα 11, όταν ένας προπονητής εμφανίστηκε στην τάξη της και ρώτησε αν υπήρχαν κορίτσια που να ήθελαν να επισκεφθούν την ενδοχώρα της Τανζανίας, όπου το γυναικείο ποδόσφαιρο είναι πιο διαδεδομένο, και να συμμετάσχουν σε έναν αγώνα. «Μας είπε πως χρειάζονταν κορίτσια και αυτή ήταν η μεγάλη μου ευκαιρία», εξηγεί η κα. Αμπντάλα. «Όταν επέστρεψα, έβαλα στην άκρη οτιδήποτε άλλο». Άρχισε να δανείζεται τα παπούτσια του αδερφού της, και –συνήθεια που κρατά ακόμη- να προπονείται νωρίς το πρωί στην αμμουδερή ακτογραμμή της Ζανζιβάρης.

Ο συγχρονισμός ήταν ευτυχής. Περίπου την ίδια περίοδο, ένα κίνημα είχε ξεκινήσει για να ιδρυθεί η πρώτη γυναικεία ομάδα ποδοσφαίρου στη Ζανζιβάρη. Το 2007, ένα ντοκυμαντέρ σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν οι γυναίκες της Ζανζιβάρης να βάλουν μπρος την ομάδα ξεκίνησε να περιοδεύει σε διεθνή κινηματογραφικά φεστιβάλ. Το φιλμ αυτό έδωσε το θάρρος στην Νάσρα Τζούμα Μοχάμεντ, μια παλιά παίκτρια του πρωταθλήματος της Τανζανίας (και εκ των σχολιαστών του φετινού Παγκοσμίου Κυπέλλου για την τηλεόραση της Ζανζιβάρης), να αφοσιωθεί στο να ιδρύσει γυναικείο πρωτάθλημα. Ονόμασε την πρώτη ομάδα Γυναίκες Μαχήτριες (όνομα που ενέπνευσε και το όνομα της προαναφερθείας ομάδας στο Τζούμπι), γιατί, όπως θυμάται, «Συνέχεια μαχόμασταν προκειμένου να μοιραστούμε τα γήπεδα με τους άντρες». Η κα. Μοχάμεντ θεωρείται πλέον η «νονά» του γυναικείου ποδοσφαίρου στη Ζανζιβάρη, άθλημα το οποίο περιλαμβάνει έξι ομάδες στο γυναικείο πρωτάθλημα, όπως ακριβώς είχε οραματιστεί και η ίδια.

Νάσρα Τζούμα Μοχάμεντ. Φωτογραφία: Nichole Sobecki

Η Ρουκία Ταλίμπ Γιάχια, 19 ετών, από τις Πράσινες Βασίλισσες, θυμάται να της λέει η μητέρα της πως δεν μπορούσε να παίξει, μέχρι που ένας προπονητής που συνεργάζεται με την κα. Μοχάμεντ ήρθε σπίτι τους και έπεισε τη μητέρα να αφήσει τη Ρουκία να δοκιμάσει. «Υπάρχει ακόμα η αντίληψη ότι το ποδόσφαιρο είναι μια κακή συνήθεια όσον αφορά τις γυναίκες, ότι αποτελεί κακή συμπεριφορά», λέει η Ρουκία Ταλίμπ Γιάχια στο σπίτι της, στη γειτονιά Κιέμπε Σαμάκι, έξω από την πρωτεύουσα της Ζανζιβάρης. «Δεν είμαι σίγουρη πως η μητέρα μου είναι 100% ευχαριστημένη».

Η Ισλαμική παράδοση του νησιού και οι συντηρητικές απόψεις των οικογενειών πολλών από τις παίκτριες σχετίζονται με αυτή την αντιμετώπιση, ακόμα κι αν δεν την έχουν προκαλέσει. Παρόλο που δεν αντιτίθενται όλες οι μουσουλμανικές οικογένειες με το θέμα των γυναικών που παίζουν ποδόσφαιρο, η εμπειρία των ποδοσφαιριστριών στιγματίζεται από τις συνεχιζόμενες επικρίσεις. Στη Ζανζιβάρη, το 99% του πληθυσμού είναι μουσουλμάνοι, ενώ στην ηπειρωτική Τανζανία ο πληθυσμός αποτελείται ως επί το πλείστον από χριστιανούς. Οι γυναίκες συνήθως συνεχίζουν να φορούν μαντήλια στα κεφάλια τους όταν παίζουν ποδόσφαιρο στο δρόμο ή στην προπόνηση, αλλά, κατά τη διάρκεια αγώνων του πρωταθλήματος, τα βγάζουν αμέσως πριν από το σφύριγμα της έναρξης.

Φωτογραφία: Nichole Sobecki

«Το ποδόσφαιρο είναι αντρικό άθλημα», δηλώνει από το γραφείο του ο Χασάν Ταγουακάλ, Επίτροπος του Αθλητικού Συμβουλίου της Ζανζιβάρης, ωσάν να αναφέρει ένα αναντίρρητο γεγονός. Επιβλέπει και το αντρικό και το γυναικείο πρωτάθλημα του νησιού, αλλά δηλώνει πως η παράδοση «απαγορεύει» το γραφείο του να προωθήσει αποτελεσματικά το γυναικείο ποδόσφαιρο. «Είναι δύσκολο να έχουμε ποδόσφαιρο για γυναίκες, γιατί κάποιες ομάδες δεν είναι καλό πρότυπο για τις γυναίκες», λέει. «Οι περισσότεροι προπονητές έχουν δηλώσει πως οι περισσότερες γυναίκες δεν διαθέτουν επαρκή πειθαρχία».

Στη Ζανζιβάρη υπάρχει επίσης μια δυνατή υπόνοια πως οι γυναίκες που παίζουν ποδόσφαιρο είναι ομοφυλόφιλες, κάτι που πιστεύει και ο κος. Ταγουακάλ. Οι συνέπειες αυτής της υπόνοιας, όσο κουτσομπολίστικες κι αν φαίνονται σε έναν εξωτερικό παρατηρητή, είναι βαριές στο πλαίσιο της κοινότητας της Ζανζιβάρης.

Η συναινετική ερωτική συνεύρεση μεταξύ ομοφύλων είναι παράνομη στις 38 από τις 54 Αφρικανικές χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της ηπειρωτικής Τανζανίας, όπου μια γενικευμένη καταστολή της LBGT κοινότητα λαμβάνει χώρα τα τελευταία δύο χρόνια. Η ερωτική συνεύρεση μεταξύ αντρών μπορεί να οδηγήσει σε ποινή φυλάκισης από 30 χρόνια έως ισόβια στην ηπειρωτική Τανζανία και έως 14 χρόνια φυλάκισης στη Ζανζιβάρη.

Και παρόλο που η Τανζανία δεν έχει συγκεκριμένο νόμο που να απαγορεύει τις λεσβιακές σχέσεις, δεν συμβαίνει το ίδιο με τη Ζανζιβάρη. Το άρθρο 153 του εντόπιου ποινικού κώδικα αναφέρει: «Οποιαδήποτε γυναίκα προβεί στην πράξη του λεσβιανισμού με κάποια άλλη γυναίκα, είτε έχει παθητικό είτε ενεργητικό ρόλο, θα είναι ένοχη αδικήματος που επισείει φυλάκιση έως τα 5 έτη ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις 500.000 σελίνια».

Αν το γυναικείο πρωτάθλημα ποδοσφαίρου της Ζανζιβάρης ερμηνευτεί τελικά από την κυβέρνηση ως ένας θεσμός που υποστηρίζει την ομοφυλοφιλία, το γυναικείο ποδόσφαιρο στη Ζανζιβάρη μπορεί να καταργηθεί οριστικά.

Για αυτό το λόγο, κάποιοι προπονητές στις γυναικείες ομάδες τηρούν αυστηρή γραμμή σε αυτό το ζήτημα. Ο Χασάν Μγουινί, βοηθός προπονητή στο Τζούμπι, θυμάται πως, την περασμένη σεζόν, μια γυναίκα εντάχθηκε στην ομάδα αλλά απομακρύνθηκε επειδή θεωρήθηκε λεσβία. Όταν ερωτάται πώς το γνώριζε, ο κος. Μγουινί απαντά: «Απλώς το ξέραμε».

«Δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι υπάρχουν λεσβίες γυναίκες στην ομάδα μας», λέει η Γουάρντα Καλίντ Αμπντάλα, ετών 27, της ομάδας του Τζούμπι. «Αλλά το να παίζεις ποδόσφαιρο δεν σε κάνει λεσβία. Σκέψου: υπάρχουν γυναίκες που είναι λεσβίες και δεν παίζουν ποδόσφαιρο».

Ωστόσο, η συσσώρευση τέτοιων θεμάτων γύρω από το γυναικείο ποδόσφαιρο της Ζανζιβάρης σημαίνει πως είναι δύσκολο να βρεθούν υποστηρικτές. Η κυρία Μοχάμεντ παραδέχεται την πίστη της πως το γυναικείο ποδόσφαιρο της Ζανζιβάρης «απέχει πολύ ακόμα από το να λάβει κυβερνητική υποστήριξη». Ακόμα και η Εθνική ομάδα γυναικών, στην οποία συγκεντρώνονται οι ισχυρότερες παίκτριες του πρωταθλήματος, δυσκολεύεται να παίξει. Ενώ πέρσι η αντίστοιχη ομάδα των αντρών έλαβε τα εύσημα του Προέδρου, καθώς και παχυλές επιταγές και μια μεγάλη έκταση γης για την κατάκτηση της δεύτερης θέσης σε τοπικό τουρνουά, η γυναικεία διοργάνωσης αυτής της χρονιάς αναβλήθηκε τέσσερις μέρες πριν το εναρκτήριο λάκτισμα εξαιτίας οικονομικών δυσκολιών.

Αλλά μάλλον τίποτα δεν αποτυπώνει το στίγμα που υπάρχει ακόμα στη Ζανζιβάρη σχετικά με το γυναικείο ποδόσφαιρο, από το γεγονός πως τα κορίτσια της χώρας δεν μπορούν να εξασκηθούν στο άθλημα αυτό, στο πλαίσιο του μαθήματος της γυμναστικής.

Το ποδόσφαιρο παίζεται σε όλα τα σχολεία της Ζανζιβάρης, αλλά όχι για τα κορίτσια. Αντιθέτως, τα κορίτσια ωθούνται να παίξουν netball, ένα είδος μπάσκετ χωρίς ντρίμπλες και με εξειδικευμένη σουτέρ για κάθε ομάδα. Πολλές γυναίκες που παίζουν σήμερα στο επίσημο πρωτάθλημα έμαθαν να παίζουν στο δρόμο μαζί με τα παιδιά της γειτονιάς τους. Για πολλές από αυτές, το πρωτάθλημα ήταν η πρώτη ευκαιρία να παίξουν με άλλες γυναίκες.

Ο αρχιπροπονητής του Τζούμπι, Καλίντ Καμίς Σουλεϊμάν, 34 ετών, λέει: «Θα γινόμουν ο ευτυχέστερος άντρας στη χώρα, αν η κυβέρνηση εισήγε στα σχολεία το ποδόσφαιρο για κορίτσια», προσθέτοντας, «κι αν η Τσαντολέ είχε μεγαλώσει παίζοντας ποδόσφαιρο στο σχολείο, θα ήταν σίγουρα μια από τις καλύτερες παίκτριες παγκοσμίως».

Ερωτώμενος για το θέμα του γυναικείου ποδοσφαίρου στα σχολεία, ο Μπαλοζί Αλί Αμπεΐντ Α. Καρουμέ, γιος του πρώην Προέδρου της Ζανζιβάρης και τωρινός Υπουργός Πληροφοριών, Πολιτισμού, Τουρισμού και Αθλητισμού, δείχνει να εκπλήσσεται από την όλη ιδέα: «Οι γυναίκες στη Ζανζιβάρη αρέσκονται να είναι πολύ θηλυκές», λέει, «οπότε αν τους πεις να εξασκηθούν σε κάποιο άθλημα θα σου πουν ‘όχι, δεν θέλω να μοιάσω στους άντρες’».

Αναφέρεται στις αγαπημένες του αντρικές ομάδες της Αγγλικής Πρέμιερ Λιγκ, λέγοντας πως είναι μεγάλος λάτρης του ποδοσφαίρου και, τελικά, δείχνει να αποδέχεται την ιδέα να επιτρέψει στα κορίτσια να ασχολούνται με το άθλημα αυτό το πλαίσιο του σχολείου: «Πιστεύω πως θα με ενδιέφερε να προωθήσω κάτι τέτοιο», λέει προς το τέλος της συνέντευξής μας. «Είναι καλή ιδέα. Πιστεύω πως αξίζει να το ερευνήσει κανείς, μιας και προς τα εκεί κατευθύνεται όλος ο κόσμος».

Σίγουρα, η δεκατετράχρονη Φαρίντα Χαμίσι Κοπνίμπο ελπίζει σε κάτι τέτοιο. Είναι μια από τις νεότερες συμπαίκτριες της κας. Αμπντάλα και θεωρείται από τους προπονητές ως το αστέρι της επόμενης γενιάς του γυναικείου ποδοσφαίρου. Καθώς οι γονείς της δουλεύουν και οι δύο για την κυβέρνηση, η Φαρίντα μεγάλωσε σε ουσιωδώς διαφορετικές συνθήκες από την κα. Αμπντάλα. Αλλά, παρά τα κοινωνικοοικονομικά της πλεονεκτήματα, αναφέρει επίσης πως και εκείνη αντιμετώπισε δυσκολίες στο να κυνηγήσει το όνειρο της ποδοσφαιρικής καριέρας. Καθισμένη στο σαλόνι της με τους γονείς της αναγνωρίζει πως κάποιες από τις φίλες της μητέρας της πιστεύουν πως δεν θα έπρεπε να παίζει: «Δεν είναι ευχαριστημένες», λέει.

Φαρίντα Χαμίσι Κοπνίμπο. Φωτογραφία: Nichole Sobecki

Αναμενόμενα, η Φαρίντα είναι το μόνο κορίτσι που παίζει στο γήπεδο έξω από το σπίτι της. Άφησε το σχολείο και δεν έχει δουλειά. Ο πατέρας της λέει πως, για τους λόγους αυτούς, υποστηρίζει την ενασχόλησή της με το ποδόσφαιρο. Η Φαρίντα λέει πως ονειρεύεται να γίνει αστέρι του ποδοσφαίρου και πως σε αυτό επικεντρώνεται, γι’ αυτό και εγκατέλειψε το σχολείο. «Αν είχα την ευκαιρία να παίξω ποδόσφαιρο στο σχολείο», λέει, «τότε, ναι, σίγουρα θα επέστρεφα εκεί».

Στο τέλος του αγώνα, το σκορ ήταν 2-0 για το Τζούμπι, με την κα. Αμπντάλα να σημειώνει ένα από τα δύο γκολ. Μία από τις παίκτριες χρειάστηκε να μεταφερθεί εκτός γηπέδου, με εμφανή τα σημάδια του πόνου. Χωρίς επιπλέον χρήματα ή τους σπόνσορες που θα πληρώσουν το λογαριασμό, οι γυναίκες παίζουν χωρίς οποιουδήποτε είδους επικαλαμίδες ενώ το έδαφος του γηπέδου είναι ανώμαλο. Οι τραυματισμοί είναι συχνοί.

Μετά το σφύριγμα της λήξης, όλες οι γυναίκες συγχάρηκαν η μία την άλλη και πήγαν προς τους σάκους τους, έβγαλαν τα μαντήλια τους και τα τύλιξαν γύρω από τα ιδρωμένα τους μαλλιά.

 

Πηγή: Shannon Sims – New York Times 

Σχόλια

X