Μπορώ να σου γράψω τώρα που πέρασαν τα χρόνια και εντέλει δεν έμπλεξα με τα ναρκωτικά. Γαμημένα σαράντα! Ήρθαν γρήγορα κι ας μετρούσα αντίστροφα πάντα. Ήρθαν και προσπέρασαν. Έχω και άσπρες τρίχες στα μαλλιά. Τις καμαρώνω κάθε πρωί, τις καλοπιάνω, τις χαϊδεύω, τις αγαπώ. Μια οριζόντια ρυτίδα μου κόβει το μέτωπο στα δυο. Κάθε μέρα την ταξιδεύω από τη μια άκρη στην άλλη. Με ένα ποδήλατο και ορθοπεταλιά.

Απάτητο χιόνι δε βρήκα ποτέ. Πάντα οι άλλοι πιο μπροστά. Δε στο είπα όμως ποτέ μη σε κακοκαρδίσω. Εσύ με έβλεπες πάντα αετό. Πώς να σου πω ότι είμαι καναρίνι κι έχω κλειστεί σ’ εκείνο το κλουβί της ελπίδας; Έχεις δει ποτέ ελπίδα με σίδερα; Δικό μου κι αυτό το δημιούργημα.

Ήθελα να σου πω ότι καμιά ομπρέλα δεν άνοιξε. Τώρα μόνο περπατάω και καμιά φορά χορεύω στη βροχή. Και κανονικά δε θα έπρεπε να σε έχω ανάγκη γιατί άνοιξα ένα δρόμο μόνη μου και προχωράω κατά πως μου αρέσει μα έλα που ξυπνά εκείνο το κακομαθημένο παιδί μέσα μου!

Κάποιες νύχτες που μου κόβεται η ανάσα θέλω να σε φωνάξω και να σου πω ότι φοβάμαι που μεγαλώνω και γερνάω και δεν έγινα τίποτα από αυτά που νόμιζα. Κι ύστερα γυρίζω πλευρό και πεισμώνω που δεν είσαι εδώ και αγκαλιάζω τον εαυτό μου μόνη μου γιατί εγώ είμαι δυνατή και δεν έχω την ανάγκη κανενός.

Κι όμως κάθε Μάη νιώθω σα ρούχο πεταμένο στη γη. Τσαλακωμένο, αδίπλωτο. Η άνοιξη δεν τηρεί καμιά υπόσχεση. Σαν τους έρωτες κι αυτή. Έρχεται με τυμπανοκρουσίες και βεγγαλικά και θαρρείς πως θα φέρει επανάσταση. Κι ύστερα τελειώνει και ούτε ένα τριαντάφυλλο δεν έχει μείνει στο ανθοδοχείο.

Ακόμα παλεύω να καταλάβω πως τα κατάφερες. Το δικό μου αποτύπωμα είναι αχνό. Ίσα που φαίνεται. Μοιάζω με θηρίο σε κλουβί και σκούζω και πονώ και έχω εκείνη την ανικανοποίητη φωνή μέσα μου να με ρημάζει. Κι εσύ με ημερεύεις, με παρηγορείς, μου χαμηλώνεις τους δράκους, κόβεις τα φτερά τους και με σπρώχνεις να αναμετρηθώ μαζί τους.

Καμιά φορά τραγουδάω κι εγώ. «Πέρα στους πέρα κάμπους, πέρα στους πέρα κάμπους που είναι οι ελιές…» Δεν ήξερες άλλο νανούρισμα. Δεν κατάλαβα και ποτέ γιατί σου άρεσε. Έμαθα να μου αρέσει κι εμένα και να ψάχνω μια αγκαλιά κάθε φορά που το ακούω.

Ήθελα να σου πω πως σ’ αγαπώ και γι’ αυτό καμιά φορά σε φτύνω. Κι ας νιώθω πως σε μεγαλώνω και σε νταντεύω και σε νανουρίζω και σε κοιμίζω. Κι ας πιστεύεις ότι εγώ είμαι έξυπνη και μπορώ και λύνω όλα τα προβλήματα και τα κάνω σωστά και τέλεια γιατί είμαι η κόρη σου.

Παραμύθα μεγάλη, ρε μάνα! Μην κοιτάς που δε σου λέω την αλήθεια. Όλα τα έχω αφήσει άλυτα να ‘χω μια ελπίδα πως κάποτε μπορεί και να μεγαλώσω και να βρω τον τρόπο να τα κάνω πιο απλά και όμορφα. Και τότε θα σου απαντήσω τι θέλω να γίνω, μιας και μέχρι τώρα κατάλαβα μόνο τι δε θέλω. Κι αυτό σημαντικό το λες! Μα για όλα τα άλλα δεν έχω καμιά απάντηση.
Θα κρατήσω μονάχα εκείνο το «Κλειούλα» που μου λες κάθε φορά που σηκώνω το τηλέφωνο. Για σένα θα είμαι πάντα παιδί. Για μένα θα είσαι πάντα ένας κόρφος, μια σπηλιά, ένα απάγκιο να κρυφτώ, να χαθώ, να γίνω τοσοδούλα!

Λόγω τιμής! Πάντα θα μυρίζεις σαν τα αγριοκρινάκια που είναι στους γκρεμούς! Πάντα θα έχω εκείνη τη μυρωδιά στα ρουθούνια μου. Τη μυρωδιά τη δική σου, τη μαμαδίστικη, την ακριβή, την αγαπημένη!

Μαμά γερνάω! Και δε θα γίνω ποτέ όσα ονειρεύτηκες. Μα ξέρω πως μ’ έχεις ήδη συγχωρέσει…

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X