Ήταν ένας μουσικάνθρωπος, απ’ αυτούς που λες και γεννιούνται για να κάνουν ένα πράγμα τόσο συγκεκριμένο αλλά και πολυποίκιλο παράλληλα. Για άλλους ο σημαντικότερος εκφραστής του λαϊκού τραγουδιού, ο «πατριάρχης» του ή τουλάχιστον ένας εξ αυτών, σίγουρα ήταν πολύτιμός στην παρακαταθήκη της παράδοσης του μέχρι σήμερα. Μιας παράδοσης που κάνει «πόθο» την επίσκεψη σε ένα ρεμπετάδικο, ακόμα και για ανθρώπους που γεννήθηκαν αρκετά μετά τον θάνατο του. Ήταν ο Βασίλης Τσιτσάνης, γεννήθηκε σαν σήμερα το 1915 και πέθανε, επίσης σαν σήμερα, στα γενέθλια του το 1984.

Τα Τρίκαλα είναι η πόλη απ’ την οποία έλκει την καταγωγή του και που μπορεί να περηφανεύεται πως ένας απ’ τους μεγαλύτερους Έλληνες λαϊκούς συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές του 20ού αιώνα, μια απ’ τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του ρεμπέτικου και του λαϊκού τραγουδιού κατάγεται απ’ αυτή.  Πριν από 101 χρόνια, ο Τσιτσάνης είδε το φως του κόσμου και ευθύς εξαρχής έδειξε την κλίση του στη μουσική.

Από μικρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον γι’ αυτήν, μαθαίνοντας μαντολίνο και φυσικά μπουζούκι. Απ’ τα πρώτα ακούσματα του νεαρού Τσιτσάνη ήταν οι βυζαντινές ψαλμωδίες που άκουγε στην εκκλησία, που συντέλεσαν καθοριστικά στη μουσική του διαμόρφωση. Στα γυμνασιακά του χρόνια άρχισε να μαθαίνει βιολί. Με αυτό συμμετείχε και σε κάποιες τοπικές εκδηλώσεις, προκειμένου να συνεισφέρει οικονομικά στην οικογένειά του.

Το φθινόπωρο του 1936 κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει Νομική, όμως τελικά τον κέρδισε η μουσική. Οι πρώτες του επιρροές είναι τα τραγούδια του Βαγγέλη Παπάζογλου και του Μάρκου Βαμβακάρη, που ήταν προγενέστεροι του. Η πρώτη του εμφάνιση γίνεται στο μαγαζί «Μπιζέλια», ενώ σύντομα γνώρισε τον σπουδαίο αλλά αδικημένο από την ιστορία τραγουδιστή Δημήτρη Περδικόπουλο. Ο Περδικόπουλος τον έπαιρνε μαζί του στην «Odeon», όπου ηχογράφησε τα πρώτα του τραγούδια. Το «Σ’ έναν τεκέ μπουκάρανε» είναι η πρώτη ηχογράφηση του Τσιτσάνη, δείχνοντας τις προοπτικές και το ταλέντο του. Την περίοδο 1937-1940 γράφει καταπληκτικά τραγούδια, τα οποία ηχογράφησε με τις φωνές του Δημήτρη Περδικόπουλου και των άλλων σπουδαίων τραγουδιστών εκείνης της εποχής Στράτου Παγιουμτζή, Μάρκου Βαμβακάρη, Στελλάκη Περπινιάδη, με τους οποίους σε πολλές ηχογραφήσεις ο Τσιτσάνης συμμετέχει σαν δεύτερη φωνή.

Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Τσιτσάνης υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο, πριν μετακινηθεί στη Θεσσαλονίκη, όπου για ένα διάστημα τεσσάρων ετών (1942-1946) είχε δικό του μαγαζί, το «Ουζερί ο Τσιτσάνης» στην οδό Παύλου Μελά 22, που έγινε διάσημο, με την ομώνυμη ταινία να διηγείται σήμερα την ιστορία του. Εκεί έγραψε μερικά από τα καλύτερα τραγούδια του, τα οποία ηχογραφήθηκαν μετά τη λήξη του πολέμου, όπως την «Συννεφιασμένη Κυριακή».

Τον Ιούλιο του 1942 παντρεύτηκε τη Ζωή Σαμαρά από τα Γρεβενά, όντας αρραβωνιασμένοι επί 19 μήνες. Κουμπάρος ήταν ο προσωπικός φίλος του Τσιτσάνη Νικόλαος Μουσχουντής, ο οποίος ήταν και διοικητής Χωροφυλακής Θεσσαλονίκης, αλλά και θαυμαστής του έργου τού Τσιτσάνη και γενικώς του ρεμπέτικου τραγουδιού. Απέκτησε μια κόρη, τη Βικτώρια και ένα γιο, τον Κώστα. Την οικογένεια του την προστάτευσε σαν κόρη οφθαλμού, όταν οι φήμες για εξωσυζυγικές σχέσεις ή τα κουτσομπολιά για το μουσικό του ταίρι, Μαρίκα Νίνου, έδιναν κι έπαιρναν.

Το 1946 επέστρεψε στην Αθήνα και άρχισε να ηχογραφεί. Η εποχή του εμφυλίου αποτελεί άλλη μία πηγή έμπνευσης για τον Τσιτσάνη. Τα τραγούδια του, όμως, λογοκρίνονται και πάλι. Ορισμένα καταφέρνει και τα εκδίδει, επινοώντας διάφορα τεχνάσματα, πολλά κυκλοφόρησαν αρκετά χρόνια μετά, ενώ κάποια δεν εκδόθηκαν ποτέ. Το τέλος του εμφυλίου σημαίνει ταυτόχρονα και την πλήρη αποδοχή του Τσιτσάνη. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του ‘50 μεσουρανεί στο μουσικό στερέωμα.

Δίπλα του έγιναν ευρέως γνωστοί τραγουδιστές όπως η Σωτηρία Μπέλλου, η Ιωάννα Γεωργακοπούλου, και ο Πρόδρομος Τσαουσάκης. Τα επόμενα χρόνια ο Τσιτσάνης γνώρισε ευρύτατη αποδοχή. Ειδικά μετά την πτώση της Χούντας είχε ξεκινήσει και συναυλίες σε στάδια και υπαίθριους χώρους, κάτι που συνέβαινε πρώτη φορά για λαϊκά τραγούδια. Λόγος ήταν φυσικά και το τεράστιο ενδιαφέρον του κόσμου να απολαύσει τις μελωδίες των λαϊκών τραγουδιστών, την εποχή που τα γαρύφαλλα δεν έπεφταν με τα πανέρια και η αγωνία των ανθρώπων δεν εξαντλούνταν σε ξοφλημένους έρωτες και «καψουροαμανέδες».

Η τελευταία του δημόσια εμφάνιση σε ανοιχτό χώρο ήταν σε τιμητική εκδήλωση του Δήμου Νίκαιας, σε συνεργασία του δημάρχου Στέλιου Λογοθέτη με τον Μίκη Θεοδωράκη για τη διοργάνωση του πρώτου πολιτιστικού καλοκαιριού στην Ελλάδα.

Η δουλειά του, η λατρεία του

Ο ίδιος περιέγραφε γλαφυρά τον τρόπο με τον οποίο δούλευε. Σε μια απολαυστική αφήγηση, ξεδιπλώνει τον τρόπο σκέψης του, αλλά και τον κόπο με τον οποίο «έντυνε» καθένα απ’ τα αριστουργήματα του:

«Το πώς εργαζόμουνα δεν μπορεί ποτέ να το χωρέσει το μυαλό του ανθρώπου και λέω ανοιχτά ότι εάν ήταν άλλος συνθέτης στη θέση μου δεν επρόκειτο να έβγαινε ζωντανός. Σίγουρα θα πέθαινε.

Είπα ότι η προεισαγωγή ήτανε η προθέρμανση και η εισαγωγή η ζωή μου. Δεν είναι υπερβολή όταν λέω ότι έφτυνα αίμα για μία εισαγωγή, ότι τα δάχτυλά μου πολλές φορές έσπαζαν και έτρεχαν αίματα. Μίλαγε η ψυχή και όταν μιλάει η ψυχή μπορείς να τα βάλεις με όλους τους εχθρούς του κόσμου. Έκανα πολύ καιρό για να φτιάξω ένα τραγούδι. …Όσο και αν κουραζόμουν είχα φοβερές απαιτήσεις από τον εαυτό μου, από το έργο που έφτιαχνα, από τη δουλειά μου… Κάθε δαχτυλιά πάνω στο μπουζούκι ήταν για μένα στιγμή ιερή. Ξενύχτια, αγώνες, βραχνάς, αγωνία, αίμα, κούραση, για να γίνουν τα τραγούδια μου όπως έγιναν… Τίποτα δεν αγνόησα στα τραγούδια μου, διότι και αυτό το θεωρούσα χρέος. Έγραψα για την Ελλάδα, για τη φτώχεια, για τη γυναίκα, για την εργατιά, για τον πόνο, για την αδικία, για το χαμό, για τη φυγή, για τη λευτεριά, για τον πόθο, για το ανικανοποίητο… Το μυαλό μου ήτανε μόνο στη δουλειά μου και πουθενά αλλού. Κάθε μέρα ξενυχτούσα, κοιμόμουνα ελάχιστα, και αμέσως δουλειά για καινούργια τραγούδια.

basilhs_tsitsanhs_o_patriarxis_tou_laikou_tragoudiou_7

…Το τραγούδι γραφόταν πάνω στο κερί. Όταν παίζαμε και το γράφαμε δεν μπορούσαμε ν’ ακούσουμε τι παίξαμε και τι βγήκε στο τέλος της φωνοληψίας. Ένα κερί χρησιμοποιούσαμε μόνο στην αρχή για δοκιμή. Μετά ότι παίξαμε, παίξαμε. Ήθελα να είμαι σίγουρος και στην τελευταία λεπτομέρεια. Πρόβες, πρόβες, πρόβες, προετοιμασία, πάλι από την αρχή, άντε άλλη μια φορά, μαρτύριο σωστό, μέχρι να πάω στο στούντιο για φωνοληψία. Μεγάλο μαρτύριο. Όχι όπως τώρα, που πάνε τα μπουζούκια στο στούντιο, παίζουν δέκα τραγούδια εκεί, χωρίς πρόβες, πληρώνονται και φεύγουν. Οι δουλειές όμως δεν γίνονται έτσι.

…Και όταν ερχόταν και πήγαινα να ακούσω το δείγμα, αυτή η στιγμή ήταν τελετή για μένα. Δεν πήγαν χαμένοι οι κόποι μου. Και οι παλιές αυτές εκτελέσεις μου το αποδεικνύουν. Γι αυτό βγήκαν αυτές οι εκτελέσεις που βγήκαν, για αυτό και οι παλιοί δίσκοι μου έχουν τόσο μεγάλη μουσική αξία. Γιατί δεν ξαναγίνονται ΠΟΤΕ. Τότε δούλευα μόνο για την τέχνη μου και για τίποτε άλλο.

…Γι αυτό θέλω να μη βρεθεί άνθρωπος που να μην πάρει αυτές τις παλιές και αυθεντικές εκτελέσεις. Δεν είναι απλώς δίσκοι με παλιά τραγούδια, είναι δίσκοι φτιαγμένοι με τόσες θυσίες, κόπους, βγαλμένοι από μένα τον ίδιο και από το λαό και για το λαό. Εκεί μπορεί να ακούσει ο καθένας και να καταλάβει τι πράγματα έβγαιναν με δύο όργανα, ένα μπουζούκι, μία κιθάρα, και που και που μπαγλαμάς. Γι αυτό επιμένω τόσο πολύ».

Κατά τον μουσικολόγο Λάμπρο Λιάβα, ο Τσιτσάνης, «έβγαλε το λαϊκό τραγούδι από τα όρια του περιθωρίου, όπου το είχαν τάξει τα αντικοινωνικά και ανατολίτικα στοιχεία του, για να το εντάξει στην καινούργια κοινωνική πραγματικότητα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Καθιέρωσε νέο ύφος παιξίματος και τραγουδιού με τον εξευρωπαϊσμό-συγκερασμό των κλιμάκων, αρμονίες με δεύτερες και τρίτες φωνές, εμπλουτισμένη ενορχήστρωση και καινοτομίες στην ποιητική δομή, όπου για πρώτη φορά το λαϊκό τραγούδι απoμακρύνθηκε από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου επισημοποιώντας το ρόλο του ρεφρέν».

Η σχέση του με την πολιτική

Συνολικά, ο Τσιτσάνης εμφανίζεται ενεργός πολιτικά, με ενδιαφέρον για τις εξελίξεις, πέρα της σύνδεσης τους ή μη με τα τραγούδια του. Μετά τον εμφύλιο πόλεμο, δεν φαίνεται να ξεχωρίζει τους νεκρούς σε αριστερούς και δεξιούς, γράφοντας ένα τραγούδι για τη μάνα του φαντάρου, που κλαίει το νεκρό παιδί της. Στρατιώτες, αντάρτες, μανάδες, εξόριστοι και φυλακισμένοι έκλαιγαν με τα τραγούδια του, αφού η φτωχολογιά είχε σοβαρά προβλήματα που ο Τσιτσάνης, μέσα από στίχους όπως «Γεια σου περήφανη κι αθάνατοι εργατιά».

Σύμφωνα με τον Σώτο Αλεξίου, βιογράφο του Τσιτσάνη, ο μουσικός ήταν μέλος του ΕΑΜ. Ωστόσο, υπάρχει και διαφορετική εκδοχή για την πολιτική του δράση, που υποστηρίζει πως τελεσίδικα ο ίδιος δεν στρατεύτηκε στην Αριστερά, όπως και σε κανένα κόμμα ή κίνημα.

Ο Τσιτσάνης κι ο Ανδρέας

Ο Βασίλης Τσιτσάνης ήταν στενός φίλος του Ανδρέα Παπανδρέου, προέδρου του ΠΑΣΟΚ και πρωθυπουργού της χώρας. Ο τελευταίος μάλιστα προσπάθησε να τον εντάξει στα ψηφοδέλτια του ΠΑΣΟΚ, πριν τις εκλογές του 1981. Ο μουσικοσυνθέτης του απάντησε, δίχως να ζητήσει χρόνο:

«Ανδρέα μου, εγώ σήμερα είμαι ο Τσιτσάνης όλων των Ελλήνων. Αν έρθω μαζί σου, θα χάσω τους μισούς»!

tsitsanis2

Γενικά πήρε αποστάσεις απ’ το ΠΑΣΟΚ κι όχι απ’ τον Παπανδρέου, που φερόταν να τον λάτρευε.

Εκτός των άλλων, υπήρξε και μεγάλος λάτρης του ποδοσφαίρου και του Α.Ο. Τρίκαλα της ιδιαίτερης πατρίδας του, πηγαίνοντας συχνά στο γήπεδο ακόμη και όταν έπαιζε μακριά από τα Τρίκαλα.

 Ο Βασίλης Τσιτσάνης άφησε την τελευταία του πνοή ανήμερα των γενεθλίων του, στις 18 Ιανουαρίου 1984, στο νοσοκομείο «Μπρόμπτον» του Λονδίνου, έπειτα από επιπλοκές μιας εγχείρησης στους πνεύμονες. Κηδεύτηκε στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών

Προς τιμήν του ο Δήμος Γλυφάδας μετονόμασε την οδό Βάου σε «οδό Βασίλη Τσιτσάνη», μιας και ο Βασίλης Τσιτσάνης κατοικούσε στη Γλυφάδα και μάλιστα στη συγκεκριμένη οδό.

Προσφορά: ανεκτίμητη

Ο Βασίλης Τσιτσάνης έβαλε τη δική του ανεξίτηλη σφραγίδα στην ελληνική λαϊκή μουσική. Μπόλιασε το ρεμπέτικο με δυτικά μελωδικά στοιχεία και το έβγαλε από το περιθώριο, που το είχαν τάξει τα «αντικοινωνικά» και ανατολίτικα στοιχεία του. Εμπλούτισε τη λαϊκή ορχήστρα με νέα ηχοχρώματα, προσθέτοντας το πιάνο κι επιβάλλοντας το ακορντεόν ως όργανο της κομπανίας. Καινοτόμησε στο στίχο, με την απομάκρυνσή του από τις παραδοσιακές φόρμες του δίστιχου και της ομοιοκαταληξίας και επισημοποίησε και γενίκευσε το ρόλο του ρεφρέν. Με τον Τσιτσάνη, το ρεμπέτικο γίνεται «τέχνη» και η ρήξη με την παράδοση άρχισε να γίνεται ορατή στα χρόνια που «μεσουράνησε» στο ελληνικό λαϊκό πεντάγραμμο. Η φωνή του αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό στοιχείο του ρεμπέτικου τραγουδιού, της οποίας το ανθρώπινο στοιχείο της ήρθε για να λατρευτεί απ’ όσους τον άκουγαν.

Στα τραγούδια του κυριάρχησε η φωνή του εργάτη, του ζητιάνου, του καταπιεσμένου, του ανθρώπου που μεροδούλι – μεροφάι πάλευαν για την επιβίωση τους. Παράλληλα, η φωνή του ύμνησε την αγάπη του για τις γυναίκες.

Πηγές:

www.sansimera.gr

Τηλεοπτική εκπομπή: Η Μηχανή του Χρόνου

Σχόλια

X