Στις 7 Ιουλίου του 1901 γεννιέται ο σπουδαίος σκηνοθέτης και ηθοποιός Βιττόριο Ντε Σίκα, ο οποίος ήταν ένας  από τους κύριους εκπροσώπους του ιταλικού νεορεαλισμού. Γιος Ιταλού επιχειρηματία, αρχικά ξεκίνησε σπουδές για σταδιοδρομία τραπεζικού, πλην όμως οικονομική ανάγκη τον υποχρέωσε το 1923 να συμμετάσχει ως μέλος σε θεατρικό θίασο όπου και ακολούθησε το επάγγελμα του ηθοποιού. Το 1926, παράλληλα με την ενασχόλησή του με το θέατρο, στράφηκε προς τον κινηματογράφο.

Το κινηματογραφικό του άστρο έλαμψε για πρώτη φορά το 1932 όταν έπαιξε στην ταινία «Οι άντρες, τι παλιάνθρωποι!» σε σκηνοθεσία του Μάριο Κομερίνι. Το 1940 σκηνοθέτησε και την πρώτη του ταινία με τίτλο «Δύο ντουζίνες κόκκινα τριαντάφυλλα». Ακολούθησαν, μετά τον Β’ Παγκόσμιο ταινίες όπως ο «Κλέφτης Ποδηλάτων» το 1948, «Λούστρο Παπουτσιών» το 1946. Μαζί με την ταινία «Ό,τι μου αρνήθηκαν οι άνθρωποι» την οποία σκηνοθέτησε το 1952, αυτές οι ταινίες θεωρούνται κορυφαία έργα του νεορεαλισμού καθώς εκφράζουν με πόνο και ανθρωπιά τη δραματική κοινωνική κατάσταση της μεταπολεμικής Ιταλίας.

Θεωρήθηκε «Πατέρας του Ιταλικού Νεορεαλισμού» και αυτός ήταν και ο λόγος που επικρίθηκε. «Κατηγορήθηκε» για θεματική ρηχότητα και συναισθηματική «ευκολία» στην προβληματική και στην προσέγγιση των θεμάτων του.Όμως αυτό δεν μπορεί να αναιρέσει το γεγονός πως σκηνοθέτησε τέσσερα αριστουργήματα, τα οποία μας προσέφεραν πολλές πληροφορίες για την κατάσταση που επικρατούσε στην μεταπολεμική Ιταλία («Κλέφτης ποδηλάτων», «Sciuscia», «Θαύμα στο Μιλάνο», «Ουμπέρτο Ντ.»).

Ο ιταλικός νεορεαλισμός γεννήθηκε μέσα στο χάος. Η ιταλική κοινωνία μετά τον πόλεμο ψυχορραγούσε αλλά δεν λύγιζε στην προσπάθειά της να σταθεί και πάλι όρθια. Σκηνοθέτες όπως ο Ντε Σίκα, ο Ρομπέρτο Ροσελίνι, ο Τζιουζέπε ντε Σάντις ,ο Λουκίνο Βισκόντι εισχώρησαν με τον φακό τους σε φυσικούς, άθλιους χώρους και με ερασιτέχνες ηθοποιούς έδωσαν μέγεθος στην «ασημαντότητα της καθημερινότητας». Απλά γεγονότα, όπως η προσπάθεια ενός οικογενειάρχη να ξαναβρεί το κλεμμένο εργαλείο για τη δουλειά του, ένα ποδήλατο, απέκτησαν μέσω του νεορεαλισμού οικουμενικό χαρακτήρα, οξυδώνοντας το ασημί της κινηματογραφικής οθόνης. Η νέα αυτή τάση με τον νεορεαλισμό στον κινηματογράφο έφερε μια νέα πνοή, αντίθετη προς το κοσμικό μελό, την αισθηματική κωμωδία και τις θεαματικές υπερπαραγωγές που χαρακτήριζαν την προηγούμενη κινηματογραφική περίοδο. Στην προηγούμενη κινηματογραφική περίοδο, δεν υπήρχε ουδεμία αναφορά στα κοινωνικά προβλήματα με τα οποία ερχόταν αντιμέτωπος ο άνθρωπος στην καθημερινότητά του.

Μάλιστα για την ταινία «Ο κλέφτης των ποδηλάτων» ο Ντε Σίκα κέρδισε το ειδικό βραβείο Όσκαρ για την καλύτερη ξένη ταινία, 7 χρόνια πριν καθιερωθεί αυτή η κατηγορία. Η υπόθεση της ταινίας αυτής, μας μιλά για τον αγώνα των απλών ανθρώπων. Την προσπάθεια για επιβίωση, την αδικία που βιώνουν, την αγωνία για την επόμενη ημέρα, αλλά και τη στοργή, την αγάπη και την ανθρωπιά, που περικλείει όλους τους καθημερινούς ανθρώπους, που προσπαθούν και ελπίζουν, για ένα καλύτερο αύριο. Η ταινία αυτή είναι ένα κλασσικό αριστούργημα, όχι μόνο του Ιταλικού, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου, για το οποίο ο μεγάλος Όρσον Γουέλς, είχε δηλώσει χαρακτηριστικά: «Ο Ντε Σίκα κατάφερε κάτι αδιανόητο, εξαφάνισε την κάμερα!».

Πάντως το τέλος του νεορεαλισμού επήλθε με την ταινία «Η Ατιμασμένη» το 1960, η οποία είναι βασισμένη στο μυθιστόρημα του Αλμπέρτο Μοραβία με πρωταγωνίστρια τη Σοφία Λόρεν. Οι επόμενες ταινίες που σκηνοθέτησε υπήρξαν περισσότερο εμπορικές. Τελευταία του ταινία το «Τελευταίο ταξίδι» την οποία σκηνοθέτησε το 1974, κατά την διάρκεια και του οποίου και πέθανε (13 Νομεβρίου 1974). Το «Τελευταίο Ταξίδι» έκανε πρεμιέρα μετά τον θάνατό του στις κινηματογραφικές αίθουσες.

 

Σχόλια

X