Στην παραλία επικρατεί απόλυτη σιωπή. Γύρω από τον πνιγμένο άντρα, που μάταια προσπαθούν κάποιοι να επαναφέρουν στη ζωή, βλέπεις τον άνθρωπο μπροστά στο θάνατο. Αποσβολωμένα μάτια σε πρόσωπα σχεδόν ανέκφραστα. Όσοι πάλι δεν αντέχουν να βλέπουν είναι κουλουριασμένοι από τους λυγμούς κάπου πιο πέρα. Είναι κι αυτοί που φεύγουν γιατί το σκηνικό δεν ταιριάζει στις καλοκαιρινές τους διακοπές.

Λίγο πριν την τελευταία βουτιά ο άντρας είχε κάνει το τελευταίο του τσιγάρο με θέα πελώρια κύματα. Είχε φάει ένα σάντουιτς, είχε πει πως βαριόταν να γυρίσει στην Αθήνα, αλλά κι ότι θέλει να γυρίσει ξανά στο νησί να μείνει μόνιμα. Η κοπέλα του τον κορόιδεψε, εκείνος τη δάγκωσε στη μέση παιχνιδιάρικα. «Έσκασα, πάω για μια βουτιά», της είπε και με βήμα ξέγνοιαστο άφησε τη σκηνή του, στημένη κάτω από τ’ αρμυρικια και πάει στην θάλασσα.

Τα πελώρια κύματα τον κατασπάραξαν κι ας ήταν αυτός στα ρηχά. Τον έφτυσαν λίγο αργότερα στην αμμουδιά, στα πόδια των τρομοκρατημένων αγνώστων. Η γυναίκα του σκεφτόταν την ίδια ώρα, πώς όντως θα ήταν καλή ιδέα να ζήσουν στο νησί κι έστριβε τσιγάρο.

Ένας πιτσιρίκος που τους είχε δει μαζί, έκανε το όνειρο εφιάλτη, ειδοποιώντας τη για το συμβάν. Το πρόσωπο της έσπασε, όπως και οι ελπίδες για μια χαλαρή ζωή. Βάζει το πάνω μέρος του μαγιώ της και περπατάει αργά προς τον ξαπλωμένο άνδρα της παραλίας. Δεν αντέχει στην ιδέα ότι αυτός είναι ένας δικός της άνθρωπος.

Τα χέρια της είναι τεντωμένα προς τα κάτω και οι γροθιές τη σφιγμένες. Καθώς αρχίζει και τον βλέπει όλο και πιο καθαρά μέσα από τις λίγες ελεύθερες χαραμάδες που είχαν αφήσει τα σώματα αγνώστων, το πρόσωπο της γεμίζει από δάκρυα. Σκύβει από πάνω του. Του χαϊδεύει το πρόσωπο και του μιλά τρυφερά στο αυτί. «Θα μείνουμε στο νησί για πάντα, για όσο θες, απλά άνοιξε τα μάτια σου αγάπη μου».

Οι γιατροί άργησαν. Η σιωπή για πρώτη φορά έσπασε από βρισιές και κατάρες για το ελληνικό κράτος. Με ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση έφτασε το ασθενοφόρο. Η γυναίκα μαζεύει τα σανδάλια του με την ελπίδα ότι θα χρειαστούν ξανά.

Φεύγοντας από την παραλία, νόμιζες ότι κάθε γωνιά του νησιού μύριζε θάνατο. Κι όμως όλα ήταν διαφορετικά λίγες μέρες μετά. Η θάλασσα δεν χτυπούσε λυσσασμένα τα βράχια, ένας τύπος έπαιζε γκάιντα και οι παρέες μιλούσαν για τα δικά τους όνειρα.

Σχόλια

X