Όταν τη γνώρισα είχε στήθος. Δεν είχε μαλλιά. Ούτε φρύδια καλοσχηματισμένα. Είχε και θυμό. Πολύ θυμό! Ποτάμι που είχε φουσκώσει και σκέπαζε τις όχθες. Κύματα που υψώνονταν πελώρια κι έπνιγαν πρώτα την ίδια. Κι όμως ήταν όμορφη ακόμα και θυμωμένη. Κι ας είχε εκείνη την ανταριασμένη ματιά, τη γεμάτη απορίες και αναπάντητα «γιατί». Σκαρί γερό που χτυπούσαν επάνω του τα κύματα και άντεχε και πάλευε και αγωνιούσε να βρει στεριά να δέσει.

Να βρει περηφάνεια κι ας ήταν λαβωμένη! Να βρει σώμα να παλέψει! Να κρατήσει την αξιοπρέπεια μπροστά στον πόνο, στην αρρώστια, στην εγκατάλειψη! Δεν το λες και λίγο να πληρώνεις διόδια στη ζωή κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε λεπτό! Να πληρώνεις φόρους και χαράτσια στο δικαίωμα σου να ζήσεις!

Κι ύστερα χάθηκε. Κι εγώ φοβόμουν να ρωτήσω. Τη φανταζόμουν με ήρεμη ματιά να πίνει καφέ στο μπαλκόνι και να χαϊδεύει τον κουφό γάτο της. Τη φανταζόμουν να χτενίζει τα μαλλιά της, να βάζει κραγιόν στα χείλη, να χαμογελά, να κερδίζει τη ζωή. Φοβόμουν να ρωτήσω.

Έμενα στο να φαντάζομαι πως είναι ευτυχισμένη. Πως δεν είναι μόνη στις νυχτερινές της αγωνίες, στα αξημέρωτα βράδια που φοβόταν να κοιμηθεί. Πως νίκησε και χαμογελά. Πως δεν είναι ακόμα θυμωμένη. Δε μπορεί! Σε μια τέτοια γυναίκα κάποιος θα κρατούσε το χέρι καθισμένος δίπλα της στο κρεβάτι. Κάποιος θα χάιδευε την ψυχή της όταν εκείνη ξερνούσε το φαρμάκι από τη χημειοθεραπεία. Φοβόμουν να ρωτήσω. Ήθελα να φαντάζομαι πως όλα είναι σκεπασμένα με ροζ πάχνη, σαν παιδικά ανυποψίαστα όνειρα.

Πέρασε καιρός. Την είχα πάντα στο μυαλό μου. Ήταν η πρώτη γυναίκα που παραδεχόταν τόσο απροκάλυπτα και χωρίς μισόλογα την αρρώστια της. Έλεγε καρκίνος στο στήθος. Γυναικεία υπόθεση. Σύμβολο ζωής. Τι να ξέρουμε κι εμείς οι αρτιμελείς! Όλα δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα. Να προτάσσεις τα στήθη και να λιποθυμούν τα αρσενικά! Να περπατάς με το βαθύ ντεκολτέ και να υποκλίνεται η ζωή!

Την είδα πάλι σήμερα. «Ζω. Τα κατάφερα. Είμαι η ίδια αλλά τόσο διαφορετική μέσα μου. Δεν έχω δικό μου στήθος. Αλλά το καινούριο είναι πιο στητό, πιο σφριγηλό. Σαν αυτό που έχουν τα κοριτσάκια όταν αγοράζουν το πρώτο σουτιέν. Είμαι έφηβη από την αριστερή μεριά. Από την άλλη κράτησα το δικό μου. Ήθελα να έχω κάτι κι από εμένα. Ένα βραβείο να θυμάμαι πως νίκησα. Πιάσε! Ακούμπησε το! Όμορφο δεν είναι; Δεν έχω θηλή. Θα κάνω τατουάζ. Ψάχνω ένα καλλιτέχνη να μου ζωγραφίσει ένα παράσημο. Να θυμάμαι πως κάποτε από εκείνο το σημείο τάισα τα παιδιά μου. Έδωσα κι εγώ ζωή».

Η Ελένη δεν έχει θηλή. Έχει όμως τα δικά της παράσημα. Τα δικά της βραβεία. Κι ας μη φαίνονται. Η Ελένη νίκησε. Χάρισε στη ζωή αυτό που κάποτε έδινε ζωή. Το σύμβολο της ζωής. Μια θηλή που τάισε παιδιά. Άνθρωποι που πιπίλισαν κουράγια, δύναμη, ελπίδα. Άνθρωποι που μύρισαν τη γυναίκα. Άντρες που προσκύνησαν και προσκυνούν στην ηδονή του στήθους. Παλικαράκια που υποκλίθηκαν στην ηδονή από ένα γυναικείο στήθος. Η μάνα, η γυναίκα, η ερωμένη, η φίλη, η αγωνίστρια!

Η Ελένη δεν έχει θηλή. Έχει όμως ελπίδα που τη βρήκε μέσα της. Γιατί όπως είπε κι εκείνη: «Στην αρρώστια είσαι ολομόναχος και πρέπει να αντέξεις». Όλα τα βραβεία σε εκείνες τις γυναίκες που δεν κατέθεσαν ποτέ τα όπλα. Στις αγωνίστριες που άνοιξαν το πουκάμισο κι έβγαλαν τα στήθη έξω σα γοργόνες που λοξοδρόμησαν για λίγο κι ύστερα επανήλθαν στη ζωή….

*Ο τίτλος δανεικός από ένα τραγούδι της Μελίνας Τανάγρη

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X