Συνέντευξη στη Νιτούς Ανθούση, Θεσσαλονίκη, Καφωδείον Ελληνικό.

Τον Γιάννη Μήτση τον ξεχωρίζεις πρώτα για την προσωπικότητά του και μετά για το πολύπλευρο ταλέντο του. Από τα 20 του έφυγε από τη μητρική του πόλη, τα Ιωάννινα και βρέθηκε στο Παρίσι, όπου έμεινε πολλά χρόνια, για να σπουδάσει εθνομουσικολογία. Τον έχουμε γνωρίσει ως μέλος (drummer) των Ξύλινων Σπαθιών και από τους τρεις προσωπικούς του δίσκους «Συνεχές Ωράριον» (1997), «Κι έτσι χωρίς να βιάζομαι» (2004) και «Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος» (2010) με την ανατρεπτική συνεργασία της Ε. Αρβανιτάκη και του Κώστα Φασουλά.

mitsis2

Λίγο πριν το live του με το Θ. Ανεστόπουλο, εκείνο το βροχερό βράδυ στη Θεσσαλονίκη, μας μίλησε στο 3pointmagazine.gr για τη ζωή του, τη μουσική του πορεία και προπάντων για την καθημερινότητα που μας περικλείει όλους.

Ποια ήταν η πρώτη σας επαφή με τη μουσική και πώς εξελίχθηκε αυτή η σχέση;

Η δική μου πρώτη επαφή με τους ήχους ήταν στα βουνά, πάνω στην Ήπειρο, γιατί γεννήθηκα στα Ζαγοροχώρια. Στην πόλη των Ιωαννίνων κατέβηκα μόλις τελείωσα το δημοτικό, 11 ετών. Μου άρεσε η μουσική. Δεν υπήρχε ραδιόφωνο, τηλεόραση, δεν υπήρχε τίποτα εκεί πάνω. Έρχονταν οι μουσικοί να παίξουν σε κάνα πανηγύρι, γάμο ή οι βοσκοί με καμιά φλογέρα. Άρχισε να με μαγεύει από τότε και μόλις πήγα στην πόλη είδα μια διαφορετική κατάσταση. Άλλαζαν οι ήχοι και τότε 13 χρονών ήθελα να γίνω μουσικός, παρά που δεν το ήθελαν οι γονείς μου, κρυφά αγοράζαμε κιθάρες και τις αφήναμε στο φίλο που η μάνα του δεν είχε πρόβλημα.

Στην εφηβεία σου αρέσει αυτός ο ήχος, ο ξενόφερτος, το rock ΄n΄ roll που θέλεις να μάθεις πως παίζεται. Είναι μία απλή μουσική και λαϊκή. Άνθρωποι που δεν χρειάζεται να έχουν σπουδάσει μουσική ή να έχουν τελειώσει αρμονία, τα μεγαλύτερα συγκροτήματα π.χ. Rolling Stones παίζουν με τρεις συγχορδίες και έκαναν όλα αυτά τα αριστουργήματα. Κάπως έτσι ξεκινάς να παίζεις. Μαθαίνεις λεπτομέρειες και όσον αφορά την τραγουδοποιία είναι τα κείμενα που θα ειπωθούν όπου εκεί χρειάζεται καλλιέργεια χρόνου της φωνής μέχρι να γίνει καθημερινότητα. Καταφέρνεις να κανείς τραγούδια που θα αρέσουν στο κοινό και χαρακτηρίζεις την εποχή σου. Εμείς το κάναμε αυτό, δώσαμε ένα στίγμα. Όμως το ξεκίνημα ήταν απλό «αμάν τι είναι αυτό; Μια κιθάρα. Πώς παίζεται;». Σε έναν ενισχυτή βάζαμε όσα καρφιά έπαιρνε και φτιάχναμε συγκρότημα. Σιγά σιγά μάθαμε να παίζουμε… κι ακόμα δηλαδή δεν έχουμε μάθει, απλά παίζουμε λίγο καλύτερα.

Πώς έγινε το μεγάλο βήμα και από τα Ιωάννινα φθάσατε στο Παρίσι; Συνήθως οι νέοι πηγαίνουν ή στην πρωτεύουσα ή στη συμπρωτεύουσα.

Την απόφαση ένας νέος άνθρωπος την παίρνει εύκολα. Εμένα η εφηβεία μου ήταν το punk, new wave, ο Bowie που έφταναν με τεράστια καθυστέρηση στα Ιωάννινα. Κάποια στιγμή θέλεις να έχεις άμεση επαφή με το τι γίνεται τώρα. Στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη το ’85 γίνονταν προσπάθειες αλλά δεν είχε δημιουργηθεί κάποια σκηνή. Ο Σιδηρόπουλος ήταν ένας τύπος, όπως κι οι μουσικές του Μ. Χατζηδάκι, του Θεοδωράκη, υπήρχαν καταπληκτικά πράγματα εκείνη την εποχή. Μετά τη μεταπολίτευση όλη η ανάπτυξη σε έδιωχνε. Δεν υπήρχαν ακαδημίες, τα ωδεία μόνο μουσικό δεν σε έκαναν. Η απόφαση ήταν να φύγω στο εξωτερικό, ως νέος έχεις όλο τον κόσμο μπροστά σου, έχεις τα πάντα. Η θέληση είναι από τα μεγαλύτερα όπλα. Χρήματα δεν έχεις αλλά είναι τέτοια η θέληση και η δίψα για να μάθεις, που φαίνεται ότι δεν έχεις κανένα εμπόδιο. Εγώ δηλαδή δεν είχα κάποιον να με στηρίζει οικονομικά όταν πήγα στο Παρίσι. Πήγα, βρήκα δουλειά, γράφτηκα στο πανεπιστήμιο. Ούτε σκεφτόμουν την καριέρα, μόνο τη μουσική.

Πέραν από τις σπουδές τι άλλο σας κράτησε χρόνια εκεί;

Κοίταξε να δεις, ένας άνθρωπος που δεν έχει οικονομική στήριξη μπορεί να αναγκαστεί να εργάζεται το μισό χρόνο οπότε να καθυστερεί να παραδίδει τα μαθήματα στην ώρα τους. Αυτό ήταν το ένα κομμάτι, το άλλο ήταν ότι το Παρίσι ήταν μαγικό, ένας πολυσύνθετος, πολυπολιτισμικός τόπος. Μουσική και κουλτούρες από όλο τον κόσμο μαζεμένες σε μια πόλη. Έπινες καφέ και μπροστά σου ήταν ένας Ιταλός, ένας Άραβας. Αυτό είναι μαγικό! Πάντα ήθελα να ζω σε μια χώρα που όλοι είναι παντού. Φτάνει πια το «εμείς εδώ, εσείς εκεί» λες κι έχουμε να χωρίσουμε κάτι. Εκεί, βέβαια, δημιουργήθηκε και ένα μεγάλο κομμάτι συνεργασιών όπου έγιναν εργασίες σε διάφορες μουσικές πλευρές όπως μουσική κινηματογράφου, που κρατούν ακόμα.

Οι συνεργασίες αυτές προέκυψαν τυχαία ή σας είχε γοητεύσει ο κινηματογράφος;

Κοίταξε αν ένας άνθρωπος που έχει κάνει μια ταινία, θέλει να επενδύσει σε αυτό με ήχο τότε είναι μεγάλη η πρόκληση και το κάνεις. Παράλληλα αρχίζεις να μελετάς τις μουσικές του κινηματογράφου, παίρνεις κι ένα μάθημα στο πανεπιστήμιο. Μετά πρέπει να το κάνεις παραγωγή, να το ηχογραφήσεις και παίρνεις ένα μάθημα για το τι είναι ο ήχος. Η μουσική δεν είναι μόνο ένα όργανο οπότε είναι επιπλέον γνώση και επιπλέον χρόνος. Όταν ήρθα από το Παρίσι είχα ήδη ένα home studio και ήξερα να χειριστώ ένα επαγγελματικό studio. Αυτό είναι μια ολόκληρη παράλληλη γνώση.

Πού δίνετε μεγαλύτερη έμφαση, στο στίχο ή στη μουσική;

Εμένα μου αρέσουν τα τραγούδια να έχουν ωραία κείμενα. Ένα τραγούδι χωρίς κείμενο δεν υπάρχει λόγος να υπάρχει. Δηλαδή, αν αυτό δεν λέει κάτι πραγματικό στην ανθρώπινη ιστορία, σκέψη, ποιος ο λόγος ύπαρξης; Πάντα τα τραγούδια από την αρχαιότητα είχαν ένα σκοπό, έλεγαν την ιστορία τους, π.χ. εμείς είμαστε ελεύθεροι, σκλαβωμένοι, πονεμένοι από το αγκάθι του έρωτα κλπ. Δεν υπήρχε το εφήμερο τραγούδι. Αυτό το δημιούργησαν οι έμποροι, που διαρκεί μέχρι σήμερα. Ένα τραγούδι, με ένα σλόγκαν στο ρεφρέν παρουσιάζεται με πολύ φως όμως στην πραγματικότητα υποτιμάται η νοημοσύνη και η αισθητική. Η πραγματική ομορφιά είναι ένα νεράντζι εκεί στο δέντρο ενώ η ασχήμια, όσο κι αν τη ντύσεις δεν αλλάζει. Μια εφήμερη κατάσταση είναι και οι super stars που λένε μαλακίες με ανούσια λόγια. Είναι ένα γρανάζι για να λειτουργούν τα μαγαζιά, οι δισκογραφικές και η τηλεόραση. Αυτό που παρουσιάζεται σαν πολιτισμός, σαν τρόπος σκέψης, οι σημερινοί άνθρωποι είναι ένα τεράστιο ψέμα.

Ευτυχώς έχουμε καταπληκτικούς στιχουργούς, ποιητές, μελωδούς οι οποίοι όταν τρέχουμε σαν πολιτισμός να κρατηθούμε από κάτι κρατιόμαστε από το Γκάτσο, δυστυχώς, τον Χατζηδάκι, ευτυχώς και στιχουργούς όπως το Σωκράτη Μάλαμα, τους στιχουργούς του Θ. Παπακωνσταντίνου. Οι άλλοι κάνουν απλώς φασαρία και παίρνουν εκατομμύρια. Πού είναι ο πολιτισμός; Γιατί θέλουμε να βάλουμε τον Θ. Παπακωνσταντίνου, τον Γ. Αγγελάκα στο πανεπιστήμιο να διδάξουν και δεν βάζουμε το Χατζηγιάννη ή το Βέρτη; Γιατί τι θα πάρεις από εκεί; Τι θα ερευνήσεις; Χωρίς βάθος η τέχνη δεν υπάρχει.

Πώς συναντηθήκατε με τον Π. Παυλίδη στο Παρίσι;

Με τον Π. Παυλίδη συναντηθήκαμε στο Παρίσι, ζήσαμε μαζί αρκετά χρόνια. Δουλέψαμε πάρα πολύ, μείναμε και μαζί. Άπειρες ώρες δουλειάς. Έγιναν πολλά τραγούδια εκεί. Ο Παύλος έφυγε πιο νωρίς από μένα. Εγώ ήρθα μετά και τον συνάντησα εδώ, παίζαμε και παίζουμε ακόμη μαζί. Ωραίος είναι ο Παύλος. Είναι ένας άνθρωπος που αυτά που είπα εγώ τόση ώρα εκείνος τα λέει εύκολα, είναι φωτισμένος και προσπαθεί να κρατήσει ένα υψηλό επίπεδο αντίληψης, σκέψης και τρόπου. Τον λατρεύω τον Παύλο και σαν άνθρωπο και σαν δημιουργό. Είμαστε αδελφάκια.

Σας επηρέασε να γυρίσετε στην Ελλάδα, μετά την ίδρυση των «Ξύλινων Σπαθιών»;

Βέβαια! Μου λέει, φίλε εδώ γίνεται χαμός πρέπει να έρθεις να παίξουμε. Ήρθα και έκατσα. Παίζαμε για 10 χρόνια και μετά σταματήσαμε γιατί δεν πήγαινε άλλο. Ήταν μια ομάδα που ζούσε σχεδόν μέρα νύχτα μαζί. Πρόβες, συναυλίες, ηχογραφήσεις, παντού. Έφευγες από το σπίτι σου και γύριζες μετά από τρεις μήνες. Αυτό έφερε μια κούραση μόλις φτάσαμε στον τελευταίο σταθμό και είπαμε σταματάμε. Αν δεν το κάναμε τότε θα κοροϊδεύαμε και μας και το κοινό μας. Όλοι δημιουργήσαμε άλλες ανάγκες, μουσικές αλλά και ζωής.

Έχετε ένα πολύπλευρο ταλέντο που βέβαια υποστηρίζεται από τις σπουδές και τις γνώσεις σας. Γράφετε τη μουσική και τους στίχους σας, ερμηνεύετε τα τραγούδια σας, παίζετε drums, κιθάρα… Τι σας εκφράζει πιο πολύ;

Να φτιάχνω ένα τραγούδι ή να παίζω με φίλους, και τα δυο. Δεν μπορώ να πω ότι το ένα το κάνω περισσότερο από το άλλο. Είμαι σε ένα πάρκο και παίζω. Συνεργάζομαι με διάφορους ανθρώπους. Επίσης, τη μουσική δεν την κατατάσσω σε είδος π.χ. αυτό είναι rock ΄n΄ roll και δεν παίζουμε. Νομίζω ότι είναι συναφή πράγματα και οι περισσότεροι μουσικοί από εμάς γνωρίζουν τι είναι ο Βαμβακάρης και ο Χατζηδάκις. Υπάρχουν κιθαριστές από μεγάλες μπάντες όπως είναι ο Μπάμπης Παπαδόπουλος από τις Τρύπες, ο οποίος, ηχογράφησε και έπαιζε με τον Παπάζογλου, ξέρει καλά τι είναι το ρεμπέτικο. Κι εμείς το ξέρουμε, για αυτό οργανώνεις μια ομάδα τραγουδιών που σου αρέσουν και τα ηχογραφείς. Δεν ξέρω πως θα ήταν να κάνω το ένα από τα δυο. Μ΄ αρέσει και να παίζω, να τραγουδάω και να δημιουργώ. Κι έτσι πάω μέχρι να φύγουμε από αυτό τον κόσμο.

mitsis3

Ρεμπέτικο, ροκ, μπλουζ έχουν όλα κοινές ρίζες σε διαφορετικές χώρες;

Όπου και να δεις τη λαϊκή μουσική, όχι με το λαϊκισμό ούτε με το θρησκευτικό του, από έναν καλλιτέχνη που τρελαίνεται με ένα όργανο είτε αυτό είναι ούτι, είτε κιθάρα, είτε μπουζούκι είναι σαν να καταγράφει το τι συμβαίνει στον κόσμο. Ό,τι ζει, το μεταφέρει στη μουσική. Αυτοί είναι παντού στην Ελλάδα, στην Ευρώπη, στην Αμερική, στην Κίνα και είναι το ίδιο πράγμα. Ο ακατέργαστος ήχος του μπλουζ των νέγρων αν τον ακούσεις με τη φωνή του Μ. Βαμβακάρη να το παίζει με το μπουζούκι του, θα νομίζεις απλά ότι μιλούν άλλη γλώσσα κι ότι έχουν άλλο τρόπο έκφρασης. Το κοινό τους σημείο είναι η ανάγκη ενός ανθρώπου να εκφράζει αυτό που τον απασχολεί, φτιάχνοντας μια απλή μελωδία από την πρώτη νότα που μαθαίνει. Το ρεμπέτικο και το ροκ είναι πολύ σοβαρές παράλληλες μουσικές για να κάνει κάποιος τη μουσικολογία. Έχουν τεράστια ιστορία και πολλά κοινά σημεία.

Από πού εμπνέεστε;

Από την καθημερινότητα. Θεωρώ ότι όλο αυτό το κατασκεύασμα της κρίσης, της βίας πρόκειται για έναν παράξενο πόλεμο που πολεμά τις ψυχές και το μυαλό μας. Η αντίδραση η δική μου τη συγκεκριμένη εποχή στιχουργικά και μελωδικά δεν είναι να πω «αμάν, μας την πέσανε οι Εγγλέζοι, οι Αμερικάνοι, οι τραπεζίτες». Βγαίνω έξω και βλέπω πόσο ωραίο πράγμα είναι να υπάρχω σε αυτόν τον κόσμο, που μπορώ να χαρώ με το τίποτα, με δυο σταγόνες βροχή που με το που πέφτουν πάνω σου αλλάζει η ψυχολογία σου. Βλέπεις πόσο όμορφοι είναι οι άνθρωποι κι όλο αυτό το πράγμα που λέγεται ζωή. Την ίδια στιγμή θεωρώ ότι κλείνω την πόρτα στους τραπεζίτες που προσπαθούν να μου προσφέρουν έναν κόσμο άσχημο και μάλιστα με «αβέβαιο μέλλον», λες κι είναι κανείς θεός για να ξέρει το μέλλον.

Ο τελευταίος προσωπικός δίσκος «Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος» ξεχώρισε όχι μόνο από τις συνεργασίες του, αλλά και γιατί βγάζει μια πιο ολοκληρωμένη προσωπικότητα. Είναι όντως έτσι; Τελικά είναι και δική σας αλήθεια ο δρόμος;

Δεν νομίζω ότι έχω κατασταλάξει σε κάτι για να έχω μια ωριμότητα. Αισθάνομαι ότι αυτή η δουλειά που κάνω τώρα είναι πιο πολύ Γιάννης και μου αρέσει περισσότερο, αλλά δεν ξέρω αν είναι πιο ώριμο. Όσον αφορά την αλήθεια, νομίζω ότι έτσι είναι και στον καθένα. Αν σε ρωτήσω ποια είναι η αλήθεια σου από τα 10 σου μέχρι τώρα θα μου πεις αυτά που έζησες και δεν σου ανήκουν πια. Αυτά που μας ανήκουν είναι αυτά που δεν ζήσαμε. Είναι καθαρό και αληθινό να κάτσεις σε ένα δωμάτιο, η αλήθεια σου θα είναι αυτό. Τώρα για τον τίτλο, προέκυψε από το συγκεκριμένο τραγούδι, που είναι στο στιχάκι:

«Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος και κάθε βλέμμα που κοιτάει ουρανό πάντα υπάρχει ένα αστέρι που φωτίζει, σε φωτίζει, σε φωτίζει. Η μόνη αλήθεια είναι ο δρόμος.»

Το κατάλληλο τέλος.

Λες; Πάντως αυτός ο δρόμος δεν έχει τέλος. Κανένας δρόμος δεν έχει τέλος.

* Το υλικό είναι έτοιμο, δουλεύονται οι τελευταίες φράσεις των στίχων. Μια ομάδα 3-4 ατόμων θα το ηχογραφήσουμε όπως το έκαναν παλιά, σε live. Δεν θα πουληθεί ο δίσκος στις εταιρείες. Επομένως, θα είναι στον αέρα και θα το έχω μαζί μου σε live καθώς θα είναι διαθέσιμο και σε κάποια δισκοπωλεία.

Σχόλια

X