Στη Ριζούπολη, την άγνωστη γειτονιά μου, πολλά έχουν αλλάξει από την εποχή που ζούσε εδώ η γιαγιά μου. Ειδικά μετά το ξέσπασμα της κρίσης, στην όχι-και-τόσο-κεντρική οδό Ερμωνάσσης δεν μπόρεσαν να προσαρμοστούν όλοι. Είχα γράψει για το περίπτερο «Ο Κώστας» που αναβαθμίστηκε εντυπωσιακά, ενώ το παλιό ψιλικατζίδικο έκλεισε.

Από τότε έκλεισε επίσης και ένα υπερβολικά ροζ μαγαζί με υπερβολικά κιτς νυφικά, αλλά και το καφενείο απέναντι από τον Κώστα. Αυτό που πραγματικά με στεναχώρησε όμως, ήταν ότι έκλεισε το μπακάλικο. Αυτό ήταν: αυθεντικό μπακάλικο-μανάβικο-παντοπωλείο, από εκεί ψώνιζε τα πάντα, δηλαδή τα βασικά, η γιαγιά μου. Όπως και όλη η γειτονιά, μέχρι πριν λίγα χρόνια, που ήρθε ο «Βερόπουλος» στην Ηρακλείου.

Ο «Βερόπουλος» είχε τα πάντα, συν το κρέας, για το οποίο κάποτε η γιαγιά μου έπρεπε να πηγαίνει χωριστά στον κρεοπώλη. Η γιαγιά δεν πρόλαβε τον «Βερόπουλο». Και να τον προλάβαινε, μάλλον θα συνέχιζε να προτιμά το μπακάλικο και τον κρεοπώλη, αλλά αυτό δεν έχει καμία σημασία, διότι η πικρή αλήθεια είναι ότι οι γιαγιάδες αυτού του κόσμου γενικώς -και της Ριζούπολης ειδικώς και δυστυχώς- μας αφήνουν αργά ή γρήγορα, ενώ οι «Βερόπουλοι» όχι.

Ο «Βερόπουλος», για να είμαστε ειλικρινείς, είχε πολλά παραπάνω από τα «πάντα» του μπακάλικου-μανάβικου-παντοπωλείου. Τροφές και άμμο για τις γάτες, τη φτηνιάρικη μπύρα για τα δύσκολα, τα-μπισκότα-ξέρεις-που-έχουν-εκείνη-τη-γέμιση-κατάλαβες-ποια-λέω: στη γωνία Ερμωνάσσης και Ζήλων δεν τα είχε όλα αυτά, τουλάχιστον όχι πάντα.

mpakaliko2

Επίσης, όταν είχε αυτό που έψαχνες, ήταν πολύ ακριβότερο από το σούπερ-μάρκετ – τί ποσότητες να παραγγείλει το μπακάλικο των 60 τ.μ. για να χτυπήσει τις υπερπροσφορές; Έτσι, εγώ, αφ’ ενός ως ευσυνείδητος καταναλωτής που στηρίζει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αφ’ ετέρου ως συνεχιστής της παράδοσης της γιαγιάς, θα ήθελα να στηρίζω περισσότερο το μπακάλικο, αλλά κατέφευγα πολύ συχνότερα στον «Βερόπουλο».

Η συμπάθειά μου και των υπόλοιπων ευσυνείδητων καταναλωτών παύλα απογόνων των παλιών σταθερών πελατών υπερνικήθηκε οριστικά από την κρίση. Αρχίσαμε να μετράμε τα ψιλά – για ελεημοσύνες στον μπακάλη είμαστε τώρα;

Το μπακάλικο προσπάθησε. Έγινε μέλος μιας αλυσίδας (πολύ πιο μικρής από τον «Βερόπουλο») για να φέρνει φτηνότερα τυποποιημένα προϊόντα. Έφερε και μία φτηνή μπύρα και ένα χύμα κρασί από παραγωγούς της Νεμέας. Εγώ συνέχισα να πηγαίνω πού και πού, όχι γι’ αυτά, αλλά γιατί συνέχιζε να φέρνει ελιές από την Καλαμάτα και μια βαρελίσια φέτα από την Σπάρτη, με πολύ έντονη γεύση  – σε πολλούς δεν αρέσει, γούστα είναι αυτά, πάντως αλλού δεν την βρήκα αυτή τη φέτα.

Ο τζίρος όμως ήταν σαφές ότι έπεφτε. Βάλε και τους φόρους, τις ασφαλιστικές εισφορές και ποιος ξέρει τί άλλες υποχρεώσεις είχαν οι άνθρωποι. Μια μέρα πήγα για τσιγάρα στον «Κώστα», θυμήθηκα να πάρω κάτι από τον μπακάλη, αλλά φτάνοντας απ’ έξω συνειδητοποίησα ότι τα ράφια είχαν αδειάσει και είχε μπει λουκέτο εν μία νυκτί κυριολεκτικά.

Είναι σαφές ότι χωρίς τον «Βερόπουλο» τα πράγματα θα ήταν πολύ διαφορετικά. Είναι ακόμη πιο σαφές ότι χωρίς την άδικη φορολογία των τελευταίων χρόνων το μπακάλικο μάλλον θα είχε επιβιώσει. Το μπακάλικο όμως έκλεισε κυρίως, επειδή δεν κατάλαβε ότι δεν θα χτυπούσε ποτέ τον «Βερόπουλο» στη φτηνιάρικη μπύρα και το χύμα κρασί, αλλά στις ελιές Καλαμάτας και τη βαρελίσια φέτα Σπάρτης.

Σχόλια

X