Ήμουν δώδεκα χρόνων. Θυμάμαι μια παραλία ερημική, καθαρή, στο τέρμα του κόσμου. Τρεις οικογένειες με πολλά παιδιά, πολύ κέφι και τσιγγάνικο εξοπλισμό. Οι σκηνές ήταν είδος πολυτελείας τη δεκαετία του ογδόντα και ο υπνόσακος άγνωστη αβάντα. Μόνο οι τουρίστες διέθεταν τέτοια κομφόρ. Παλαίκαστρο Σητείας 1986.

Ένα αγροτικό και δύο κλούβες. Τη δικιά μας την φανταζόμασταν σα πούλμαν με καθίσματα. Βάζαμε 4 πλαστικές καρέκλες, δύο μπροστά, δύο πίσω, τις δέναμε με σκοινί για να μη φύγουν στις στροφές και ξεκινούσαμε. Τρεις ώρες δρόμος. Ατελείωτος δρόμος. Τρεις φορές ακούγαμε και την εξηντάρα κασέτα με την «ανωγειανή παρέα». Μέχρι να φτάσουμε είχαμε μάθει όλα τα τραγούδια.

«πέρδικα πρόσεξε γιατί
Καμιά φορά τυχαίνει
Ένας πρωτάρης κυνηγός
Το στόχο πετυχαίνει»

Μόνο αυτό θυμάμαι πια. Ίσως γιατί σ’ αυτό το τραγούδι συμμετείχε όλη η οικογένεια, ακόμα και η μάνα μου που προτιμούσε τον Καζαντζίδη από την κρητική παράδοση.

Αρχηγός ο θείος Μαγκάιβερ. Εξασφαλισμένη η επιτυχία της εκδρομής. Αφεθήκαμε στα χέρια του, στο ένστικτο του, στην εμπειρία του, στις ικανότητες και στη φαντασία του. Κι από αυτή είχε πάντα μπόλικη.

Τρία αυτοκίνητα και δέκα παιδιά αραγμένα κάτω από τρία αλμυρίκια. Ψησταριές, τάπερ, ντομάτες και αγγούρια, κεφτεδάκια, σεντόνια, κουβέρτες, γκαζάκια, καφές ελληνικός, μπρίκια, φωνές, γέλια, κρασί και ιστορίες. Ένα ψαροντούφεκο με ένα χταπόδι να κουνά τα πλοκάμια του και να προσπαθεί να βρει τρόπο διαφυγής. Μάταιος κόπος. Έγινε ένας λαχταριστός μεζές που όμως δεν καταδέχτηκα να φάω.

Κι ύστερα αργά το βράδυ ένα ζευγάρι Γερμανών που άραξε δίπλα μας και μοιράστηκε τον ίδιο ίσκιο, και ήπιε την ίδια ρακή και αγάπησε την ίδια παραλία. Ο πατέρας μου να προσπαθεί να συνεννοηθεί με τη γλώσσα του σώματος, το διεθνή κώδικα, και να μαραζώνει που δεν ήξερε αγγλικά για να τους τα πει όλα και να αγαπήσουν πιο πολύ τον τόπο μας. Μα νομίζω πως κι έτσι τα κατάφερε κι εκείνοι ένα μήνα αργότερα εμφανίστηκαν στο χωριό κι απόλαυσαν την κρητική φιλοξενία. Για πολλά χρόνια θυμάμαι κάτι κάρτες αναμνηστικές να φτάνουν με το ταχυδρομείο κι εμείς να ψάχνουμε μεταφραστή της γερμανικής για να ρουφήξουμε τις πληροφορίες των φίλων μας.

Ήταν η πρώτη φορά που είδα τον ήλιο να βγαίνει από τη θάλασσα. Ήταν η πρώτη φορά που είδα το δρόμο του φεγγαριού να λαμπυρίζει στα καταγάλανα νερά. Ήταν η πρώτη φορά που είδα τα χρώματα στην παλέτα του κόσμου. Ήταν η πρώτη φορά που κατάλαβα ότι εκείνο που ζούσα ήταν η ελευθερία η γνήσια, η αληθινή, η μοναδική ελευθερία που μπορούν να αγγίξουν οι άνθρωποι.

Γι’ αυτό και μόνο το λόγο αγαπώ το κάμπινγκ. Ίσως αυτή να είναι και η αιτία της αδυναμίας μου να κλειστώ σε ένα πολυτελές δωμάτιο με σάουνα και κλιματιστικό. Ίσως γι’ αυτό να βολεύομαι ακόμα και πάνω στις πέτρες και να ξυπνώ με χαμόγελο.

Τώρα πια έχω σκηνή και υπνόσακο και υπόστρωμα και δεν είμαι πια δώδεκα. Όμως η αίσθηση είναι ίδια. Την ίδια μαγεία νιώθω ακόμα και τώρα. Όμως στο Παλαίκαστρο δεν ξαναπήγα ποτέ. Θέλω να το θυμάμαι όπως τότε. Κι αν πήγαινα θα ήθελα να βρεθώ με τους ίδιους ανθρώπους. Ακόμα και με τους φίλους μας τους Γερμανούς που καμιά φορά αναρωτιέμαι αν κι αυτοί θυμούνται εκείνες τις διακοπές όπως τις θυμάμαι κι εγώ: Με νοσταλγία, παιδικότητα και αγάπη.

ΚΑΛΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ!

Σχόλια

X