Είμαι δέκα. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Δε με χωρά ο τόπος. «Να μεγαλώσω, θεέ μου!» Δε με χωρά ο κόσμος. «Η στόφα του ανθρώπου φαίνεται από τα μικράτα του». Πιο μεγάλη αλήθεια δεν άκουσα ποτέ. Πνίγεσαι σε μια σταγόνα νερό και κολυμπάς σε ένα ολόκληρο ωκεανό. Κι αν δεν είμαστε περίεργα πλάσματα τότε τι;

Είμαι δεκαοκτώ. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Μεθύσια, παρέες, πανεπιστήμιο, εξετάσεις. Όλοι δικαστές μπροστά μου έτοιμοι να με δικάσουν. Κομμένος ο ομφάλιος λώρος από νωρίς. Ζωή από πουθενά. Οξυγόνο λιγοστό. Τι πνίγει τους ανθρώπους; Με ποια λάθη ζυμώνονται; Ποια βαρίδια κουβαλούν; Ποιες φυλακές τους ορίζουν;

Είμαι είκοσι δύο. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Πτυχίο, ανεργία, ανεκπλήρωτοι έρωτες. Αλλιώς έχεις τη ζωή στο μέσα σου. Αλλιώς εμφανίζεται μπροστά σου. Γυμνά πόδια, γυμνό σώμα, στερεότυπα, απαγορεύσεις, καταπιεσμένα «θέλω», παντιέρες τα «δε μπορώ». Τόσοι χάρτες στα χέρια σου και όλοι άγνωστοι δρόμοι. «Να μεγαλώσω κι άλλο, θεέ μου!»

Είμαι τριάντα. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Κρίσεις πανικού, αντικαταθληπτικά, φόβος θανάτου, γάμοι φίλων, γεννήσεις παιδιών, δουλειές του ποδαριού, συμβάσεις ορισμένου χρόνου με τη ζωή. Να μικρύνω, να γίνω μια σταλιά, να μη φαίνομαι! Αόρατη εγώ, αόρατες οι ανάγκες μου, αόρατες οι αγάπες μου!

Είμαι σαράντα. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Αποχαιρετώ φίλους. Σα να έφυγαν σε άλλη εποχή. Κύκλοι που έκλεισαν χωρίς εξηγήσεις, χωρίς συγκρούσεις. Σκέφτομαι φωναχτά κι ύστερα απλώνω το χέρι και διώχνω τις σκέψεις.

Κάθομαι σε μια καρέκλα απέναντι της. Σκαλίζω παλιές πληγές. Κλαίω… «Δεν ξέρω». Η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. «Δεν έπρεπε να μου φερθούν έτσι. Αν εγώ ήμουν αυτοί…» Δεν είσαι. Πληρωμένη απάντηση. Καταπιεσμένα όλα. Καταχωνιασμένα στα πίσω καθίσματα. Πάντα μπροστά βλέπεις καλύτερα. Ακούς όλες τις λέξεις. Και τώρα τι; Οι μεγάλες νύχτες. Οι εφιάλτες. Τα μουρμουρητά στο δρόμο. Να ρωτάς και να απαντάς. «Ακόμα παιδεύεσαι;» Ακόμα!

Δεν ξέρω. Η απάντηση σε όλες τις ερωτήσεις. Ατέλειωτες νυχτερινές διαδρομές. Αν εγώ ήμουν αλλιώς… Δεν είσαι. Πληρωμένη απάντηση. Μείνε εδώ να δουλέψεις. Να ανοίξεις συρτάρια, να αερίσεις ασπρόρουχα παλιά, να αερίσεις την ψυχή. Ποιος είπε εύκολο το ταξίδι; Μίλα σου! Μίλα σου! Κι ύστερα να μάθεις να σε ακούς. Να σου λες μπράβο πολλά. Να σε χαϊδεύεις. Να μάθεις να χαϊδεύεις. Να αντέχεις να σε χαϊδεύουν. Να μάθεις να συνταξιδεύεις.
Εκείνα τα άπιαστα! Πάντα να τα κυνηγάμε. Η πλάνη φυλακή μας. Φοβισμένα πλάσματα. Τα αισθήματα μας λαγούμια. Και μια θάλασσα που απλώνεται Μάη μήνα με βροχές και μπόρες και νοτιάδες. Ή βουτάς ή πνίγεσαι στη στεριά…

«Κι αμάρτησα. Αλήθεια, αμάρτησα. Είπα πως είχα το χρόνο και ξεχάστηκα σε ένα κουτί χάρτινο που βράχηκε από το νερό.

Συγνώμη για τη δική μου ζωή που τη νόμιζα ξένη.

Πρόσφυγας που ζητούσε στεριά με τιμαλφή στα χέρια…»

Δευτέρα. Μάης μήνας. Ομορφιές μαχαιριά. Έχω μια τρύπα στην καρδιά. Μα είναι δικιά μου. Μόνο δικιά μου. Από ‘κει σκύβω και κοιτώ το μέσα μου. Κάποιες φορές το φοβάμαι. Άλλες το μισώ. Άλλες το αγαπώ. Άλλες το ξεχνώ. Κάνω πως δεν υπάρχει. Μα είναι δικό μου και είμαι εγώ. Κι όταν το κάνω λέξεις το ξεφορτώνω για λίγο από τις πλάτες μου. Ξεκουράζω τον αυχένα μου. «Γι’ αυτό γράφω.» Η απάντηση στην ερώτηση σας…

Σχόλια

X