Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα.

Γράφω σ’ εσένα γιατί μαζί ποθήσαμε να είναι γόνιμα αυτά τα σπλάχνα, κι αυτός ο πόθος μάς ένωσε νύχτες και νύχτες… και σ’ άλλες ώρες της μέρας, όταν ξαφνικά γινόταν ένα θαύμα και ξεχνούσαμε τον τρόμο που έτρεχε στους δρόμους καθώς μες στις φλέβες μας… τα εφιαλτικά δελτία ειδήσεων που μας εμπόδιζαν ακόμα και να κοιταζόμαστε… διαβασμένα από θεότρελους εκφωνητές… τα ουρλιαχτά που σκέπαζαν ακόμα και τις σειρήνες των ασθενοφόρων…

Ποτέ δε θα το πίστευα πως η ανθρώπινη φωνή μπορεί να φτάσει σε τέτοια ύψη… να είναι τόσο απύθμενη… να προκαλεί τόση αναστάτωση με την επιβολή της… Τέλος πάντων, ποτέ δε συνήθισα τους ανθρώπους αλλ’ αυτό είναι μια άλλη μου αναπηρία. Βιάζομαι τώρα να σου πω μερικά πράγματα κι αυτά τα λόγια θα είναι και τα τελευταία που θα ’χεις από μένα. Μισώ αυτή τη χώρα. Μου έφαγε τα σπλάχνα. Μου τα ’φαγε. Τη μισώ. Ναι, τη μισώ, τη μισώ. Δεν μπορεί μια γυναίκα να ζήσει με τέτοια σπλάχνα μέσα της. Όσο το σκέφτομαι, μου ’ρχεται να ξεράσω τον ίδιο τον εαυτό μου. Νιώθω σαν ξέρασμα. Μπορεί και να ’μαι. Μια γυναίκα… δεν είναι σα μια χώρα που αξιοποιεί τα ερείπιά της, τους τάφους της… που τα ξεπουλάει όλα για εθνικό συνάλλαγμα… ζώντας απ’ αυτά. Εγώ δε θέλω να ’μαι χώρα. Δεν είμαι χώρα. Δε θέλω να είμ’ αυτή η χώρα. Αυτή η χώρα είναι νεκρόφιλη, γεροντόφιλη, κοπρολάγνα, σοδομίστρια, πουτάνα, μαστροπός και φόνισσα. Εγώ θέλω να είμαι η ζωή, θέλω να ζήσω, θα ’θελα να ζήσω, θα ’θελα να μπορούσα να ζήσω, θα ’μουν ευτυχισμένη τώρα αν ήθελα να ζήσω… όμως αυτή η χώρα δε μ’ αφήνει να το θέλω, δε μ’ αφήνει να είμαι η ζωή, να δίνω τη ζωή.

Πεθαίνω σαν χώρα, Δημήτρης Δημητριάδης

Δεν ξέρω πώς να διαχειριστώ το εσείς και το εγώ, μία σε αφήνω και μία σε αγγίζω κι είναι αυτό ένα παιχνίδι fort-da (εμπρός – πίσω) που επιβιώνει στην ελκτική απώθηση της ήβης που περιέχει η μέρα. Με ποιον γράφω σπονδές και τι με αρπάζει από το συν και το από και το ευάλωτο αμφί και το αφόρητο κατά; ποιος είσαι δεν βλέπω απόσταση, μόνο ένωση αλλά κι αυτή οπορτουνιστική αγάπη μου. Ποιος γέλασε μπροστά σε camera obscura για να βγαίνουν τόσο λαμπερά τα εβδομαδιαία πρότυπα. ποιος επινόησε την λύση για να καιροσκοπεί η δυστυχία κοιτώντας την απόλαυση.

Κρατώ το τσιγάρο και φτιάχνω κύκλους, επαναλήψεις, ζησίματα καλοκαιρινά και κοινωνικά φόρουμ που λένε ό,τι δεν εννοούν. Δεν αντέχω τις προσπαθείς, το έκανα, κάνω προσπάθεια για την άσκηση της παρακράτησης αντι-ληθικών εμμονών ωστόσο μου ταιριάζει το φουστάνι μιας άλλης.

Πέφτει ο υποβολέας ενός κρετινικού συμμάχου της ιστορίας και σκέφτομαι τι έχουμε δώσει έως τώρα και τι επρόκειτο. Γιατί κανένας δεν σταματάει στο μηδέν αλλά αρχίζει και γιατί μαινόμαστε έναντι υδάτων, ανθρώπων, συμβόλων που γίνονται στίγματα επειδή έτσι επιλέξαμε, φωνών που ξεδιαλύναμε αλλά πετάξαμε, στόχων που μας κέρδισαν στην κατάκτηση των Άλλων και γιορτών που μας μετατόπισαν από το παρόν στο έλα του παρελθόντος, για το εσείς και το εμείς και όχι για το τώρα και το εμάς αλλά χωρίς κτήση;

Οι χελώνες μόλις γεννήσουν τα μικρά τους θάβονται στην άμμο και από τα νεογνά κάποια επιζούν και κάποια τα κατασπαράζει η αλμύρα. Ανεξαρτησία της φύσης ή όλεθρος; Και γιατί να μεγαλώνουμε δηλαδή εντεταλμένοι και προορισμένοι για την προστασία του χώρου που μας φιλοξενεί ή των ανθρώπων που γνωρίσαμε; Γιατί να περιμένουμε να μας μεγαλώσουν και να μας κηδεύσουν; Η φύση μάλλον είναι πιο ειλικρινής από τον άνθρωπο. Δεν ξέρω, απλά μιλάω.

Χαρά Φρουδαράκη

Σχόλια

X