Ήρθε στον ύπνο μου ένα παιδάκι γεμάτο αίμα στο πρόσωπο και στο σώμα. «Γιατί;» μου ψέλλισε με αναφιλητά. Ταράχθηκα, «τί γιατί; δεν καταλαβαίνω, συγνώμη», του απάντησα κάπως μπερδεμένη. «Γιατί πέθανα; τί έκανα και με σκότωσαν; Εγώ έπαιζα απλά στην παραλία με τους φίλους μου. Άκουγα το κύμα, έβλεπα τους γλάρους και κλοτσούσα την άμμο που με γαργαλούσε ανάμεσα στα δάχτυλα καθώς έτρεχα».

Αναστατώθηκα και προσπάθησα να το πλησιάσω αλλά εκείνο έκανε δύο βήματα πίσω. Τότε του είπα: «δεν ξέρω γιατί και δεν ξέρω και τι να σου απαντήσω δεν βρίσκω λόγια».  Εκείνο, χαμογέλασε και είπε: «Όλοι αυτό λένε, δεν μου αρκεί αυτή η απάντηση γιατί εγώ χάθηκα μια για πάντα και δεν θα ξανανιώσω το κύμα να μου χτυπά την πλάτη, δεν θα ξανα αισθανθώ την άμμο να μου γαργαλάει την πατούσα και τα δάχτυλα. Και θέλω πολύ να το αισθανθώ ξανά. Καταλαβαίνεις; Θέλω να τρέξω στην παραλία παίζοντας και μετά να πέσω στην αγκαλιά της μαμάς και του μπαμπά. Ξέρεις ότι κοιμάμαι μόνος; Ούτε το αρκουδάκι μου δεν έχω να το σφίξω στην αγκαλιά μου. Κουλουριάζομαι και αγκαλιάζω τα ματωμένα μου γόνατα.»

Τα γόνατά μου κόπηκαν στα δύο, η φωνή μου άρχισε να τρέμει: «μικρό μου παιδάκι δεν ξέρω τι να σου απαντήσω. Πόσο θα ήθελα να κάνω κάτι για να μπορέσεις να τρέξεις ξανά στην άμμο και να σου γαργαλίσει τις πατούσες και τα δάχτυλα. Μετά να τρέξεις να αγκαλιάσεις την μαμά και τον μπαμπά σου. Λυπάμαι πολύ. Αλήθεια σου λέω πως λυπάμαι. Δε ξέρω γιατί αυτοί οι ανόητοι μεγάλοι κάνουν πόλεμο. Δεν συμφωνώ καθόλου με αυτό και λυπάμαι.» Τότε, καθώς τελείωνα αυτή τη φράση το παιδάκι αυτό έκανε ένα βήμα μπροστά πλησιάζοντάς με κάπως.

«Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν συμφωνούν με τον πόλεμο, το ξέρω. Όμως τί κάνετε για να τον αποτρέψετε; θα έπρεπε να είμαι στο σχολείο, να παίζω, να τραγουδάω, να γυρίζω στο σπίτι μου και να κοιμάμαι όπως κοιμούνται τα παιδιά στη χώρα σου. Να έχω ότι έχει ένα παιδί στη χώρα σου. Αλλά εμένα με σκότωσαν. Με σκότωσαν και δεν ξέρω γιατί, με σκότωσαν και δεν είχα καταλάβει ακόμα γιατί οι άνθρωποι κάνουν πόλεμο. Με σκότωσαν και εγώ δεν θα υπάρξω ξανά και αυτό δεν το συγχωρώ σε κανέναν. Με σκότωσαν πριν προλάβει να φυτρώσει το καινούριο μου δόντι που περίμενα πως και πως, κοιτάζοντας κάθε μέρα στον καθρέφτη.»

Έβαλα τα κλάματα και γύρισα στο πλάι για να μην με δει. Δεν τα κατάφερα όμως γιατί οι λυγμοί ακούστηκαν παντού σαν σειρήνα, το γιατί που φώναξα ουρλιάζοντας έσπασε τα τζάμια. Τότε, αυτό το παιδί με πλησίασε και με αγκάλιασε, με χτύπησε στην πλάτη και μου είπε: «μην κλαις, δεν θέλω να κλαις. Ούτε η μαμά μου θέλω να κλαίει άλλο. Θέλω να φτιάξεις έναν κόσμο όμως που δεν θα υπάρχει πόλεμος και δεν θα δολοφονούνται παιδιά που τους γαργαλάει η άμμος τις πατούσες. Όταν το κάνεις αυτό θα ηρεμήσω και εγώ και θα μπορέσω να κοιμηθώ ήσυχα». Τον αγκάλιασα σφιχτά κλαίγοντας ζώντας ένα παραλήρημα, δίχως προηγούμενο: «Συγνώμη, συγνώμη που δεν έκανα κάτι να το αποτρέψω». Έσκυψε, με φίλησε και γύρισε να φύγει. «Όχι, μη φεύγεις, μείνε» του είπα παρακαλώντας. Γύρισε και μου είπε: «πρέπει να πάω να κοιμήσω τους μικρότερους φίλους μου τώρα γιατί φοβούνται το σκοτάδι.» Απομακρύνθηκε και εγώ έβλεπα την ματωμένη πλάτη του να ουρλιάζει: «Δεν πρόλαβα να βγάλω το καινούριο μου δόντι».

Σχόλια

Αρθρογράφος

Έφη Γιάννου

Η Έφη Γιάννου είναι νηπιαγωγός, απόφοιτος του ΕΚΠΑ. Της αρέσει να έχει πολλές εναλλακτικές και βαριέται την ρουτίνα. Σε γενικές γραμμές είναι στην τσίτα γι' αυτό και κάνει διαρκώς καινούρια πράγματα. Λατρεύει τη φωτογραφία και ξεχύνεται στους δρόμους με αυτή. Κάνει ποδήλατο, περπατάει πολύ και της αρέσουν οι συναυλίες, τα φεστιβάλ, τα πάρτι και η βόλτα με φίλους και μπύρα στο χέρι. Αγαπά πολύ τα παιδιά και πολλές δράσεις αφορούν την συναναστροφή της με αυτά. Μουσικοκινητικά παιχνίδια, θέατρο, κατασκευές. Το γράψιμο και το γέλιο είναι η "ψυχοθεραπεία" της.

Σχετικά Άρθρα

X