Κάπου εκεί, στην ρουτίνα της καθημερινότητας, στη συσσωρευμένη απογοήτευση, κάπου μεταξύ ανεργίας και επισφάλειας, πολλοί είναι εκείνοι που θυμούνται ότι υπάρχει ακόμη ζωή, όχι επιβίωση ή κατανάλωση. Ζωή σε όλες τις απίθανες μορφές της. Και αναλαμβάνουν δράση, για τους άλλους και τον εαυτό τους, αδιάκοπα. Αγωνιούν να βρουν μια συλλογικότητα, ένα τσούρμο ανθρώπων που λαχταρούν να κάνουν κάτι για να αλλάξουν αυτόν τον κόσμο. Άλλωστε, στ’ αλήθεια πιστεύουν, κατά βάθος, ότι «αν η πεταλούδα κινήσει τα φτερά της στον Αμαζόνιο μπορεί να φέρει βροχή στην Κίνα».

Σκληρές παραστάσεις και η αίσθηση «δικαίου» σμιλεύουν την αλληλεγγύη και το πείσμα. Στο λιμάνι της Πάτρας, ο λιμενικός να μαχαιρώνει τον πρόσφυγα που κρέμεται σαν τσαμπί σταφύλι από το σασί του φορτηγού, ρισκάροντας την τελευταία του πνοή για να καταφέρει να μπει σε ένα καράβι για την Ιταλία. Άνθρωποι καμμένοι, χτυπημένοι, σάρκα ευάλωτη με το χρώμα το δικό της και διαφορετικό. Το πογκρόμ στο Εφετείο και οι φασίστες με τις ασπίδες και τα μαχαίρια, ανάμεσα στις γραμμές των ΜΑΤ. Το “ντου” των αστυνομικών στις οικογένειες μεταναστών στην Σωκράτους. Το μικρό αγόρι που τράβαγαν οι αστυνομικοί να αποκολλήσουν από την αγκαλιά του πατέρα που ούρλιαζε. Η σωτηρία από τα πλοκάμια της στολής. Και εκείνο το βλέμμα του παιδιού… Αλλήθωρο, τρομαγμένο, δυο μεγάλα μελιά μάτια υγρά… το παντοφλάκι του πίσω. Πόσο μεταμορφώνονται τα παραμύθια στο δρόμο. Όταν του έβαζε τη ροζ, κοριτσίστικη σαγιονάρα, στα μικροκαμωμένα του πόδια, αισθάνθηκε εκείνη μια ευγνώμων πριγκίπισσα που το τοποθετούσε ευλαβικά στο σταχτένιο πόδι του παιδιού, σε μια συγγνώμη. Ένα λυπάμαι. Και τα μάτια χάθηκαν σαν της γάτας στα στενά, τρέχοντας, υγρά.

Οι άνεργοι με τα πτυχία, οι άστεγοι καλλιτέχνες, οι βιασμένες γυναίκες, η δαιμονοποιημένη σεξουαλικότητα, η καταστολή, η ανάκαμψη του φασισμού, το trafficking με πρόσωπο, ιστορία, όνομα και κάπου εκεί μέσα και ένα όνειρο. Τα ποτάμια στεγνά και ο ήλιος μες στη σκόνη. Το κλάμα του Γκολμπαντίν στη Γαλλία, του πρώτου πρόσφυγα φίλου, με δυο κουβέντες στο chat, ενώ κοίταζε τον ανήλικο αδερφό του να κοιμάται επιτέλους δίπλα του. Σε κρεβάτι. Μετά από μια φρικτή περιπέτεια μεταγωγών για την απέλαση που έσπασε από τη συλλογικότητα και πάλι. Δεκαπεντάχρονα νεκρά παιδιά μια στα λίγα χρόνια και οργή, εξέγερση, αίμα στους δρόμους και πάλι νηνεμία. Μνήμες, ματαιώσεις, ελπίδα, φρίκη, αγωνία, χαρά, νίκη, ματαιώσεις και πάλι από την αρχή.

Η εξουσία, ή η «διακυβέρνηση» διαφθείρει, πρόσωπα αλλοιώνονται, άνθρωποι γίνονται αναλώσιμοι κι εμείς ανάμεσα σε αυτούς. Εικόνα, υποσχέσεις, επιφάνεια σε όλη τους τη σκοτεινή αίγλη σβήνουν το λίγο από το φως αυτού του κόσμου που έχει απομείνει.

Τώρα είμαστε γεμάτοι οργή και κάτι φέρνει στο μυαλό μας τις μεταμορφώσεις του Νίτσε. Η “καμήλα” είναι πια παρελθόν, με τις καμπούρες της, το βάρος της καθεστηκυίας τάξης, τις νόρμες. Καιρό τώρα είμαστε “λιοντάρια” οργισμένα, μισούσαμε κάθε τι “καθώς πρέπει”, σπάγαμε τις πλάκες των ηθικών αξιών, καταστρέφαμε, δεν μπορούσαμε να μην τα κάνουμε όλα σκόνη.

Όμως ήρθε ο καιρός να γίνουμε «παιδιά». Να δημιουργήσουμε πάνω στα συντρίμμια μας. Να βγούμε από τον “φαύλο” κύκλο της καταστροφής. Γιατί η ελπίδα παραμένει, η δύναμη παραμένει, η ανάγκη παραμένει. Κι ας είναι αυτά μικρά στον κόσμο, ξέρουμε ότι στο απόλυτο έρεβος, έστω και η κάφτρα ενός τσιγάρου, νικάει το σκοτάδι. Γι αυτό. Antifa!

Σχόλια

X