Ο Μανόλης ήταν κωφός. Στην κατοχή ένας Γερμανός έβγαλε το άχτι του πάνω του. Με ένα δεξί ντιρέκτ κατάφερε να του σπάσει το τύμπανο και να του στερήσει τον ήχο για πάντα. Όταν τον έφεραν προξενιό στην Κλεάνθη, που είχε ήδη περάσει τα τριάντα και η ελπίδα να βρει άντρα ήταν πια ανύπαρκτη, φόρεσε ένα μαύρο κεφαλομάντηλο και είπε: «Δέχομαι».
Καλόκαρδος, ευγενικός και περιποιητικός καθώς ήταν με τα χρόνια την κέρδισε. Τα πρωινά την περίμενε το καφεδάκι στο σιδερένιο τραπέζι και ένα τραγούδι την καλημέριζε:

«Πάρε Μαριώ
πάρε Μαριώ τη ρόκα σου
κι έλα στο φράχτη, φράχτη
βάσανα που ‘ χει η αγάπη».

Το μόνο πρόβλημα παρέμενε η ακοή. Η Κλεάνθη έπρεπε να φωνάζει για να ακούει έστω τα μισά, γεγονός που πολλές φορές της προκαλούσε εκνευρισμό. Στη συνέχεια όμως, είχαν εφεύρει μια δική τους νοηματική, ιδιότυπη γλώσσα που αντιλαμβάνονταν μόνο αυτοί οι δύο.

Εμένα μου άρεσε εκείνη η σιωπή με τον παππού. Από τότε αγάπησα τις σιωπές. Εκείνες που οι άνθρωποι κοιτάζονται, δε μιλούν μα καταλαβαίνουν πολύ περισσότερα μέσα στην απόλυτη ησυχία.

Καθόμασταν δίπλα στο τζάκι και σκαλίζαμε τη φωτιά. Καμιά φορά κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε. Συνένοχοι και οι δύο στα μυστικά και ψέματα που λέγαμε στον πατέρα για να γλιτώσω την τιμωρία. Ο παππούς συμπαραστάτης. Ακόμα και όταν άρχισα να καπνίζω εκείνος κρατούσε «τσίλιες» κι έδινε σήμα ένα δυνατό βήχα, ψεύτικο, όταν πλησίαζε ο πατέρας.

Κάποτε ένας γιατρός πρότεινε στον παππού να φορέσει γυαλιά με ενσωματωμένα ακουστικά που μόλις είχαν κυκλοφορήσει γιατί ο ίδιος δεν ήθελε εκείνο το ακουστικό που φαινόταν να προεξέχει από το αυτί.. Όλοι έγιναν πολύ χαρούμενοι που ο παππούς θα μπορούσε να ακούει χωρίς να φωνάζουν.

Όταν εμφανίστηκε με τα καινούρια του γυαλάκια η γιαγιά καμάρωνε. Μιλούσε χαμηλόφωνα, χωρίς τη νοηματική, κι έτσι μπορούσε να του πει και μυστικά χωρίς να ακούσει όλο το χωριό. Εκείνος σπάνια απαντούσε πια.

Κάποτε που μου έδωσε τα γυαλιά για να τα καθαρίσω, συνειδητοποίησα ότι το ακουστικό ήταν κλειστό. Του χαμογέλασα και κατάλαβε πως ανακάλυψα το μυστικό του. «Πολύ βουητό κάνει ο διάολος παιδί μου, και δεν ακούω ούτε αυτά που άκουγα. Μη με μαρτυρήσεις. Άσε να τους κάμω το χατίρι.»

Όταν πέθανε ήθελαν να του βάλουν και τα γυαλιά. Δεν τους άφησα. Βρήκα μια δικαιολογία. Προτίμησα να του βάλω το ψάθινο καπέλο που ήξερα ότι τον ενοχλούσε ο ήλιος. Δεν τον μαρτύρησα.

Τα κράτησα για να τα φοράω καμιά φορά και να μην ακούω αυτά που δε θέλω…

Σχόλια

X