«Είμαι 53 χρονών κι έχω αλλάξει 16 σπίτια», λέει ο γηραιότερος στην όψη πελάτης. Ο περιπτεράς κάνει ότι τον ακούει, αλλά δεν ακούει. Δεν θέλει να συμπάσχει, θέλει να περάσει ο επόμενος πελάτης, εγώ δηλαδή.

Μου κάνει νόημα να του πω τι θέλω να πάρω, μα, του λέω, δεν έχω αποφασίσει. Ο περιπτεράς με κοιτά ενοχλημένα και στρέφει το βλέμμα του αλλού. Ο ηλικιωμένος συνεχίζει να μιλά. Εγώ ψάχνω ενοχικά να βρω κάτι να πάρω για να ανακουφίσω τον περιπτερά, ενώ εκείνος που πονά πραγματικά είναι ο 53 χρονών κύριος.

Μέσα στη προσπάθεια να βρω κάτι να πάρω, ο περίγυρος γίνεται βουβός. «4 ευρώ» η πρώτη και τελευταία φράση που ακούω ξανά καθαρά.

Είχα χάσει την ιστορία μιας ολόκληρης ζωής, γιατί κάποιος βιαζόταν να πάει στο απέναντι προποτζίδικο να παίξει στοίχημα.

Σχόλια

X