Λαούτο, Κρήτη, ροκ, πειραματισμός, επικοινωνία. Αν είχα να επιλέξω μόνο πέντε λέξεις για να περιγράψω τον Γιώργη Μανωλάκη, νομίζω αυτές θα μου ερχόντουσαν πρωτες στο μυαλό. Τα ερεθίσματα και οι μουσικές παραδόσεις που κουβάλα αυτός ο μουσικός από την Κρήτη είναι αυτά που τον κάνουν αυτό που είναι. Είτε παίζει στη σκηνή, είτε στο καφενείο, είτε στο πανηγύρι υπάρχει ένα κοινό συστατικό: η επικοινωνία.

«Η επικοινωνία είναι το πιο σημαντικό συστατικό στη δουλειά που κάνω. Και υπάρχει παντού: και στη σκηνή, και στην ταβέρνα  και στο καφενείο, και στο πανηγύρι και στον γάμο και παντού. Αυτό το συστατικό με κρατάει και μπορώ και παίζω σε πολλά διαφορετικά μέρη», μας λέει ο Γιώργης που τον συναντήσαμε στα Πετράλωνα λίγες ώρες πριν ένα live του στην Αθήνα. Ο Γιώργης ανεβάινει συχνά στην Αθήνα για διαφορετικά live, τη μία με τους Couleur Locale, το τρίο με ντραμς, κοντραμπάσο και λαούτο, που παίζει “τζαζεμένα” κρητικά και όχι μόνο, την άλλη για να παίξει με άλλους μουσικούς όπως τον ντράμερ Νίκο Σιδηροκαστρίτη και άλλους guest φίλους μουσικούς.

«Σε έναν γάμο συρτό και κοντιλιές θα παίξω και στους Couleur locale πάλι κοντιλιές θα παίξω, απλά θα είναι σε μια παραλλαγή του. Σαν να είναι ο ίδιος άνθρωπος με άλλη φορεσιά, με διαφορετικά ρούχα». Έτσι περιγράφει το πώς είναι να παίζει σε διαφορετικά μέρη με διαφορετικούς ανθρώπους στο κοινό. Αυτές οι διαφορετικές «φορεσιές» είναι και ο δικός του πειραματισμός.

«Ο πειραματισμός υπήρχε από πολύ μικρός μέσα μου» μας εξηγεί και μας διηγείται πως ο πατέρας του, 30 χρόνια μουσικός, που ήταν και ο πρώτος του δάσκαλος, τού μετέδωσε αυτό το «μικρόβιο» του πειραματισμού: «Αυτός μου έμαθε να παίζω. Ήταν ανήσυχος, μου ‘λεγε, “κούρδισε το έτσι και θα βγάλει διαφορετικό ήχο”». Ήταν αυτός που τον έβαλε στη διαδικασία ανάζητησης του “κάτι άλλου”, παραδέχεται. «Αυτό από μόνο του είναι ο ορισμός του πειραματισμού», μας εξηγεί, «με το ίδιο το όργανο αλλάζοντας ένα κούρδισμα, χωρίς να βάλεις “κλαμπατσίμπαλα” και υπερφίαλες ενορχηστρώσεις, με ένα όργανο, με ένα άλλο κούρδισμα».

Αρχίζοντας να μιλάμε για τα πρώτα του βήματα αλλά και τα ερεθίσματα και τις επιρροές που τον έχουν οδηγήσει και στους Couleur Locale, φτάσαμε να μιλάμε για δυο ανθρωπους, μεγάλοι μουσικοί και οι δύο, με τους οποίους ο Γιώργης συνεργάστηκε και καθώς φαίνεται κέρδισε πολλά από αυτούς. Χαΐνηδες και Ross Daly. Δύο μεγάλα «μουσικά κεφάλαια» για την Κρήτη και όχι μόνο.

«Με τους Χαΐνηδες έμαθα να ακούω τον στίχο» παραδέχεται. Αναφερόμενος στον Δημήτρη Αποστολάκη, που ήταν ο άνθρωπος που του έκανε και την πρόταση να γίνει μέλος των Χαΐνηδων, ένα ταξίδι που διήρκησε 3,5 χρόνια περίπου, θυμάται: «Μέχρι τότε δεν άκουγα τον στίχο, ο Δημήτρης με έμαθε με το παίξιμό μου να ακούω και να υποστηρίζω τον στίχο».

Η συνεργασία του με Ross Daly τον οδήγησε σε πιο πειραματικά μονοπάτια ανά τον κόσμο. Παράλληλα με ό,τι κάνει, συνεχίζει να παίζει με τον Ross, «όλο κάτι κάνουμε, όλο κάτι χτίζουμε», περιγράφοντας τη σχέση που έχει κρατήσει ακόμα μαζί του. Μέσα από το μεγάλο ταξίδι με τον Ross, γνώρισε πολλούς κορυφαίους μουσικούς. «Εκεί είναι ένας πειραματισμός όλο το πράγμα, μια μόνιμη ανταλλαγή παραδόσεων και πολιτισμών», μας λέει και μας αραδιάζει τις χώρες στις οποίες έπαιξε μαζί του και με μουσικούς απ’ όλο τον κόσμο σε μεγάλα μουσικά φεστιβάλ: Ομάν, Ταϊβάν, Αλγερία, Ευρώπη, Αμερική, Καναδάς.

Και στο Χουδέτσι, όμως, στο Μουσικό Εργαστήρι “Λαβύρινθος” του Ross Daly, γνώρισε μουσικούς από το Ιράν, το Ισραήλ, την Τουρκία, την Αμερική. Αυτό που έμαθε από τον Ross, όπως λέει έιναι «πως δυο μουσικοί από διαφορετικές παραδόσεις μπορούν να παίξουν μαζί, να ψάξεις διαφορετικούς τρόπους να παίζετε μαζί και αυτό που κάνετε να εκφράζει και τους δύο».

«Παίζω με τον άνθρωπο όχι με το όργανο», έτσι περιγράφει και αυτό που κάνουν με τους Couleur Locale. Το να παίξει για παράδειγμα με ντραμς ήταν ανάγκη γι’ αυτόν δεν ήταν μόνο πειραματισμός, μας εξηγεί. «Ναι μεν άκουγα παραδοσιακά, αλλά άκουγα και πολύ ροκ. Άκουγα Jimi hendrix, Led Zeppelin. Άρα ήταν ένα βίωμα, δεν μπορούσα να το αφήσω έτσι, να πω παίζω παραδοσιακά δεν μπορώ να παίξω με τύμπανα. Δεν υπάρχουν αυτά τα όρια». Γι’ αυτό πέρα από τους Couleur Locale, παίζει παράλληλα και με άλλους μουσικούς, όπως τον ντράμερ Νίκο Σιδηροκαστρίτη.

Πώς ξεκίνησαν οι Couleur Locale; Περίπου 7 χρόνια πριν ξεκινησάμε να παίζουμε, μας λέει και διηγείται την ιστορία δημιουργίας της μπάντας: «Υπάρχει ένα κομμάτι στον δίσκο μου “Διττό”, το τελευταίο τρακ “πρόβα Φοινικιά”, ήταν η πρώτη πρόβα που κάναμε, ήταν το πρώτο κομμάτι που φτιάξαμε».

«Με τους Couleur Locale δεν το κάναμε για να πιάσει αλλά ψάχναμε τον ήχο μας». Δεν είναι εύκολο να βρεις έναν ήχο, μπορεί να μην τον βρεις ποτέ, παρατηρεί και εξηγεί πόσο τυχερός νιώθει που μπορεί και το κάνει με τους Couleur. Τον ρωτάω πως είναι να παίζεις παραδοσιακή μουσική αλλά με τον δικό σου τρόπο, όχι κάτι τόσο οικείο στο κοινό, κάτι στενά παραδοσιακό. Ο Γιώργης είναι συνειδητοποιημένος. «Είναι πιο δύσκολο μέσα στην παράδοση να ξεχωρίσεις. Υπάρχουν τόσοι γίγαντες για να συγκριθείς μαζί τους. Μπορεί να μην τα καταφέρεις ποτέ να βρεις τον δικό σου ήχο και να ξεχωρίσεις», μας απαντά.

Γιατί υπάρχει όμως αυτή η ανάγκη του πειραματισμού, ειδικά τα τελευταία χρόνια με την παραδοσιακή μουσική, του δίνω παραδείγματα όπως οι δικοί του Couleur Locale αλλά και οι Χαΐνηδες, οι VIC. Ο Γιώργης μας δίνει την εξής εξήγηση, την οποία όπως μας λέει την έχει δώσει και στον εαυτό του: «Είμαστε πολυδιάστατα όντα, καθώς σε αντίθεση με τους γονείς μας και τους παπούδες μας που είχαν πιο περιορισμένα ερεθίσματα, έχουμε μεγαλώσει και με παραδοσιακά, και ροκ, τζαζ, χιπ χοπ και πολλή πληροφορία, και γι’ αυτό έχουμε την ανάγκη να τα παντρέψουμε όλα αυτά- πράγματα διαφορετικά και ετερόκλητα μεταξύ τους πολλές φορές- για να μπορέσουμε να εκφραστούμε. Προσπαθούμε να βρούμε εναν τρόπο να τα δέσουμε αρμονικά για να είμαστε κι εμείς αρμονικά μέσα μας. Απο μέσα μας ξεκινάνε όλα». Τις καθημερινές ήταν στην πόλη και στην καφετέρια με τα ροκ και το σαββατοκύριακο στο χωριό στο καζάνι με βοσκούς και αγρότες. «Άντε παντρεψέ το αυτό. Είναι τελείως ετερόκλητο» λέει γελώντας.

«Δεν είναι η Κρήτη απ’ άκρη σ’ ακρη η ίδια» σύμφωνα με τον Γιώργη. «Στην Κρήτη υπάρχει ένας αέρας ελευθερίας, που δεν μπορεί να συνάδει με τον φασισμό» μας απαντά όταν τον ρωτάμε για τις ιδιαιτερότητες που κρύβει ο τόπος του που έχει βιώσει την αγριότητα του ναζισμού, ενώ με αφορμή την πρόσφατη επίθεση στο Ρέθυμνο σε βάρος ενός μεταπτυχιακού φοιτητή, σχολιάζει «άλλο να είσαι περήφανος κι άλλο ψευτοπαλικαράς, άλλο η περηφάνια κι άλλο η ψευτοκαπετανιά» και θυμάται μια φράση που του την είχε πει ένας παλιός: «οι καπετάνιοι οι παλιοί της Κρήτης δεν φοβέριζαν, απλά δεν φοβόντουσαν». Έχει τεράστια διαφορά, μας λέει.

Ο Γιώργης δεν είναι «βαμμένος» πολιτικά, αλλά έχει πολιτική στάση. Πηγαίνει σε φεστιβάλ στα οποια κάτι πρέπει να ειπωθεί όμως μας λέει, γι’ αυτό άλλωστε συμμετέχει σε αντιρατσιστικά και αντιφασιστικά φεστιβάλ: «Δεν μ’ αρέσει ο φανατισμός, μ’ αρέσει η δημιουργία, η εξέλιξη, η αλληλεγγύη».

Σχόλια

X