Ζωές δημιουργικές, ζωές λαμπερές, ζωές με πάθη, ζωές με ρίσκο. Πρόσωπα που έμειναν στην αιωνιότητα, τόσο λόγω των σπουδαίων «επιτευγμάτων» τους όσο ζούσαν, όσο και λόγω του μύθου που δημιουργήθηκε με τον θάνατό τους.

Ένας θάνατος βίαιος, αποτρόπαιος, εγκληματικός, ένας θάνατος όμως που απλά σφράγισε με έντονο τρόπο, μία έντονη ζωή που στο μεγαλύτερο μέρος της έκανε «γκελ με την άβυσσο».

Πιέρ Πάολο Παζολίνι, Τζιάνι Βερσάτσε, Ραμόν Νοβάρο, Κώστας Ταχτσής. Όλοι τους ευφυείς, ευρηματικοί, ταλαντούχοι, όλοι ομοφυλόφιλοι, όλοι δολοφονημένοι βίαια.

Πιέρ Πάολο Παζολίνι
Στην Ιταλία της ανόδου του Μουσολίνι, το να είσαι αριστερός, ομοφυλόφιλος, πρωτοποριακός και καινοτόμος, να σκηνοθετείς ταινίες και να γράφεις ποιήματα κατά του φασισμού, ήταν κόκκινο πανί. Κάτι τέτοιο όμως δεν αποθάρρυνε τον Παζολίνι, ο οποίος από πολύ μικρός και με τη στήριξη της μητέρας του, άρχισε να αναπτύσσει το ταλέντο του, εκδίδοντας ποιητικές συλλογές αρχικά και αργότερα δημιουργώντας ταινίες που προκάλεσαν ποικίλα συναισθήματα στους θεατές.

Κι αν ο ίδιος ο Παζολίνι από όλες τις ταινίες του είχε αγαπήσει περισσότερο το «Uccellacci e uccellini» (Όρνια και πουλάκια) γιατί έλεγε πως ήταν αμόλυντη και φτωχή, η ταινία η οποία τον χαρακτήρισε και τον στιγμάτισε για πάντα, ήταν το «Σαλό: 120 μέρες στα Σόδομα». Θέλοντας να καταδείξει την αποτρόπαιη φύση του φασισμού και να «θυμώσει» τους θεατές, ο Παζολίνι δημιούργησε μία ταινία στην οποία τα σεξουαλικά όργια, τα παρά φύσιν βασανιστήρια, οι σαδομαζοχιστικές τάσεις των  φασιστών πρωταγωνιστών, όχι μόνο προκάλεσαν φρίκη και αηδία στους θεατές, αλλά τον έβαλαν στον στόχο ναζιστικών ομάδων, οι οποίες τον απειλούσαν διαρκώς.

pasolini

Κάτι τέτοιο δεν στάθηκε αρκετό για να φοβίσει τον Παζολίνι, ο οποίος για παραπάνω από 20 χρόνια έψαχνε τον αγοραίο έρωτα σε μέρη βρώμικα και σκοτεινά, σε σταθμούς τρένων, σε απομακρυσμένες παραλίες και ποτέ σε ένα δωμάτιο, σε ένα κρεβάτι.

Το ξημέρωμα της 2ας Νοεμβρίου του 1974 οι καραμπινιέροι ανακάλυπταν στην βρωμερή παραλία της Όστια, στις εκβολές του Τίβερη, ένα ηλιοψημένο χέρι θαμμένο στην άμμο. Από το πετσοκομμένο πρόσωπο κρέμονταν τα μισοξεριζωμένα αυτιά, το μέτωπο του ήταν κομματιασμένο και το σαγόνι του θρυμματισμένο. Αργότερα ανακάλυψαν ότι είχαν σπάσει δέκα πλευρά και το στέρνο του Παζολίνι, περνώντας από πάνω του με αυτοκίνητο. Ο 17χρονος Πίνο Πελόζι, μια αρσενική πόρνη, ομολόγησε τότε τον φόνο του Πιέρ Πάολο Παζολίνι.

Μετά από 34 χρόνια όμως, όταν είχε αποφυλακιστεί, ο Πελόζι ήρε την αρχική του ομολογία, ανασκευάζοντας: «Τον εκτέλεσαν. Ήταν πέντε. Τον έβριζαν! “Βρωμόπουστα”, “σκατοκομμούνι” και τον χτυπούσαν βίαια. Εμένα με είχαν ακινητοποιήσει. Δεν άγγιξα καν τον Παζολίνι, αντίθετα προσπάθησα να τον υπερασπιστώ».

Τζιάνι Βερσάτσε
Σε μικρή ηλικία δούλευε κουβαλώντας κάρβουνο. Η μητέρα του εργαζόταν ως οικιακή μοδίστρα. Για καλή τύχη όλων, ο μικρός Τζιάνι ταυτίστηκε απόλυτα με το ύφασμα και καθόλου με το κάρβουνο. Το ταλέντο του, αλλά και η φαντασία του (από πολύ μικρός έφτιαχνε στο μυαλό του ιστορίες), τον οδήγησαν σε μία ζωή γεμάτη λάμψη και δόξα, γεμάτη χρήματα και σπουδαίους ανθρώπους, γεμάτη θεατρικότητα.

Όπως όμως πολλά εγκλήματα πάθους έχουν στοιχίσει τη ζωή σε εκατομμύρια ανθρώπους, έτσι και για τον Βερσάτσε, το τέλος ήταν αποτέλεσμα μιας σχέσης, χωρίς ποτέ όμως να αποδειχθεί τίποτα. Έχοντας φτάσει στην ηλικία των 50 χρόνων και απολαμβάνοντας τα αμέτρητα πλούτη του στην έπαυλή του στο Μαϊάμι, ο διάσημος σχεδιαστής μόδας άφησε την τελευταία του πνοή, πριν ο γκέι ζιγκολό, Άντριου Κιουνάναν, του ρίξει δύο σφαίρες στο πίσω μέρος του κεφαλιού.

versace

Ο Κιουνάναν κατεζητείτο από το FBI για τον θάνατο άλλων τεσσάρων πλούσιων ομοφυλόφιλων ανδρών, ενώ μία εβδομάδα πριν από τον θάνατο του Βερσάτσε το αμερικανικό εβδομαδιαίο περιοδικό «People» είχε δημοσιεύσει ένα πορτρέτο του δράστη. Λίγες ημέρες μετά τη δολοφονία του Βερσάτσε βρέθηκε νεκρός σε ένα κότερο, στην παραλία του Μαϊάμι, περίπου 4 χιλιόμετρα μακριά από τη βίλα του σχεδιαστή. Σύμφωνα με την επίσημη εκδοχή είχε αυτοκτονήσει, ενώ δίπλα του βρέθηκε το περίστροφο με το οποίο είχαν δολοφονηθεί τρία από τα θύματά του. Ο Βερσάτσε πάντως ήταν ένα συμβολικό θύμα. Αντιπροσώπευε κάτι που ο κατά συρροή δολοφόνος απεχθανόταν, ακριβώς γιατί ο ίδιος δεν θα μπορούσε να γίνει ποτέ ένας Βερσάτσε.

Ραμόν Νοβάρο
«Χτύπησαν το κουδούνι. Δύο αδέλφια: ο Λίνκολν είκοσι τριών κι ο Άντριου δεκαεφτά χρονών. Άνοιξε την πόρτα ο ίδιος. Ο Ραμόν Βασκέζ, το παλιό αστέρι του βωβού κινηματογράφου. Ήταν κοντά στα εξήντα τώρα, αλλά ακόμα διατηρούσε την ντελικάτη του ομορφιά. Τον παλιό καιρό, στις ταινίες και στη ζωή του, λάδωνε τα μαλλιά του με βαζελίνη και τα χτένιζε προς τα πίσω. Με το μουστακάκι του, τη μακριά λεπτή μύτη και με τον τρόπο του να κοιτάει βαθιά στα μάτια των κυριών, ε, ήταν το κάτι άλλο. Τον θεωρούσαν «Μεγάλο Εραστή». Οι κυρίες έλιωναν όταν τον έβλεπαν στο πανί. «Έλιωναν», έτσι έλεγαν οι δημοσιογράφοι. Αλλά στην πραγματικότητα ο Ραμόν Βασκέζ ήταν ομοφυλόφιλος. Τώρα τα μαλλιά του ήταν άσπρα και το μουστάκι του πιο παχύ.»

Έτσι ξεκινά ο Τσαρλς Μπουκόφσκι το διήγημα με τίτλο «Η δολοφονία του Ραμόν Βασκέζ», που περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων «Ερωτικές ιστορίες καθημερινής τρέλας». Το διήγημα αναφέρεται στον ηθοποιό Ραμόν Νοβάρο, ο οποίος την περίοδο του βωβού κινηματογράφου, μεσουρανούσε στο μεγάλο πανί, αποτελώντας το αντίπαλο δέος του Ρούντολφ Βαλεντίνο. Ο ρόλος που τον απογείωσε ήταν αυτός του Μπεν Χουρ, η συνέχεια όμως με το πέρασμα από τον βωβό, στον ομιλούντα κινηματογράφο, τον «έριξε» όπως έκανε με τους περισσότερους ηθοποιούς της περιόδου εκείνης.

novarro

Στις 30 Οκτωβρίου 1968, ο 70χρονος πια Νοβάρο κάλεσε στο σπίτι του δύο αδέλφια, τον Τομ και τον Πολ Φέργκιουσον, τους οποίους είχε πληρώσει για να του προσφέρουν ερωτικές υπηρεσίες. Οι αδελφοί Φέργκιουσον δέχτηκαν, με σκοπό, εκτός των άλλων, να ληστέψουν το σπίτι, πιστεύοντας ότι ο ηθοποιός έκρυβε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό. Ο Νοβάρο δάρθηκε βάναυσα και τελικά πέθανε από ασφυξία, πνιγμένος στο ίδιο του το αίμα. Η ειρωνεία της υπόθεσης κρύβεται στο γεγονός ότι οι αδελφοί Φέργκιουσον βρήκαν τελικά μόλις 20 δολάρια στο σπίτι του ηθοποιού…


Κώστας Ταχτσής

Μια θυελλώδης ζωή, με εντάσεις, διαμάχες, πάθη, ταξίδια, σημαντικές φιλίες και έντονες έχθρες και το επιστέγασμα όλων: ο τραγικός θάνατος που ήταν σαν να τον είχε ο ίδιος επιλέξει.

Για μία δεκαετία δοκίμασε δεκάδες δουλειές, ταξιδεύοντας σε όλο τον κόσμο, αυτό όμως που τον έκανε ξεχωριστό και πολύτιμο, ήταν το λογοτεχνικό του έργο. Μέσα σε ένα μόνο βιβλίο, το Τρίτο Στεφάνι, καταφέρνει να μεταφέρει όλα του τα προσωπικά βιώματα, στην αφήγηση της ζωής δύο γυναικών και μέσα από αυτές την ιστορία της νεότερης Ελλάδας. «Η Ελλάδα των μετόπισθεν», η πολύπαθη ελληνική οικογένεια στα χρόνια πριν και μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδωμένη μέσα από δύο καθημερινές ηρωίδες και δοσμένη με τον πιο απλό και συνάμα όμορφο τρόπο.

Όπως το Τρίτο Στεφάνι, έτσι και τα άλλα του διηγήματα, δεν ήταν διανθισμένα με πλούσια σχήματα λόγου, ούτε με εξωραϊσμούς της ζωής των ηρώων του. Για τον Ταχτσή… «για να γίνεις καλός συγγραφέας πρέπει να είσαι πρώην δυστυχισμένος». Έτσι ήταν και οι ήρωές του: ταπεινοί, με πάθη, αδυναμίες, αρρώστιες, ποθημένα.

taxtsis

Και μπορεί τη μέρα να «έβγαζε το ψωμί» του γράφοντας, το βράδυ όμως έβαζε τα τακούνια και μεταμορφωνόταν σε τραβεστί κάνοντας πιάτσα στις πιο κακόφημες περιοχές της Αθήνας. Όπως είχε πει ο άσπονδος εχθρός του, ο ζωγράφος Γιάννης Τσαρούχης, ο Ταχτσής από πολύ μικρή ηλικία έκανε «γκελ με την άβυσσο».

Στις 27 Αυγούστου του 1988 λοιπόν, ο Ταχτσής βρέθηκε από την αδερφή του δολοφονημένος στον Κολωνό, μέσα στο σπίτι του. Κείτονταν στραγγαλισμένος δύο ολόκληρα εικοσιτετράωρα. Η υπόθεση δεν εξιχνιάστηκε ποτέ. Και μπορεί το σώμα του να μαρτυρά δολοφονία, ωστόσο η ροπή του προς το ριψοκίνδυνο κατονομάστηκε ως ο «φονιάς» που του αφαίρεσε τη ζωή, παρουσιάζοντάς τον σαν τον ηθικό αυτουργό του ίδιου του του θανάτου.

Σχόλια

X