Για τη γιαγιά Αναστασία που φρόντιζε πάντα τους άλλους, που δεν είδε ποτέ τίποτα πέρα από το χωριό της, που ονειρευόταν τα βράδια ότι είναι πουλί και θα πετάξει.

Για τη θεία Άννα που ερωτεύτηκε το Γιάννη αλλά τον έδιωξαν οι δικοί της γιατί ήταν φτωχός και λίγος για την «τάξη» τους κι εκείνη έμεινε μόνη, φαρμακωμένη, πονεμένη και απαρηγόρητη σε όλη τη ζωή της.

Για τη θεία Δέσποινα που την πάντρεψαν με ένα μέθυσο, ακαμάτη, βίαιο και μεγάλωσε μόνη τα τρία αγόρια με ρόζους στα χέρια και τσαλακωμένο σα χαρτί πρόσωπο.

Για τη μάνα μου που ήθελε να γίνει δασκάλα αλλά ο πατέρας της ήταν ανένδοτος.

Για την όμορφη Γεωργία που έκανε μαστεκτομή και ο σύντροφος της την εγκατέλειψε στην πρώτη χημειοθεραπεία.

Για τη Zainab που στα οκτώ υπέστη κλειτοριδεκτομή για να μην απειλήσει κάποτε την ακεραιότητα του αρσενικού.

Για τη Μαρία που βιάστηκε από το φίλο του πατέρα της πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Ήταν μόνο δώδεκα και της είπαν να μην το ξεστομίσει ποτέ.

Για την Τιράνα που άρπαξε μια νύχτα τα παιδιά της κι έφυγε από τη Συρία για να γλιτώσει από τη βία, την ορφάνια και τον πόλεμο.

Για τη Μαρία που εγκατέλειψε τον άντρα της γιατί δεν άντεχε άλλο τους μώλωπες στο κορμί και στην ψυχή της κι εκείνος τη σκότωσε στη στάση ενός λεωφορείου.

Για την Σβετλάνα που ήρθε στην Ελλάδα για μια καλύτερη ζωή και τα βράδια άντρες «χαρμανιασμένοι» σβήνουν την κάψα τους πάνω στο κορμί της.

Για την κυρία Χρυσάνθη που πέρασε τη ζωή της στις εξορίες, στις φυλακές, σπάζοντας πέτρες, με σιωπή, με θυμό, με μίσος για τους βασανιστές όλου του άχρηστου αυτού κόσμου.

Για την Ελένη που φροντίζει την άρρωστη χωρίς μνήμη μάνα της και τα βράδια ονειρεύεται ότι ανοίγει ένα παράθυρο, τη λούζει το φως της σελήνης και γίνεται ένα με τον ουρανό.

Για την Κάτια που είναι άνεργη και φτιάχνει μαρμελάδες και κανελάδα και λικέρ και παλεύει να νικήσει το τέρας της φτώχιας και όλο γελάει.

Για την Αναστασία που κάθε μέρα υφίσταται σεξισμό στη δουλειά της με κρυφογελάκια και σχόλια για το στήθος και τα οπίσθια.

Για την Κλειώ που περπατούσε στο δρόμο και ο μαλάκας με το μηχανάκι της έπιασε τον κώλο κι εξαφανίστηκε. Κι εκείνη ένιωσε ντροπή και θυμό και αγανάκτηση και αδικία.

Για την Μαρίνα, την Εύα, τη Γωγώ, τη Δώρα, την Κατερίνα, τη Μαριτίνα, την Κούλα, τη Θεονύμφη, τη Ροδάνθη, τη Μαρία, την Ευτέρπη, τη Στέλλα, την Αγγελική, την Ελευθερία, τη Σωτηρία, τη Χρύσα!

«Αλλού σε λέγανε Γιουδήθ, εδώ Μαρία»

Είμαι γυναίκα, μητέρα, εργαζόμενη, ερωμένη, κακοποιημένη, ανελεύθερη, υπάκουη, στρίγγλα, πόρνη, καταθλιπτική, πονεμένη, απογοητευμένη, αισιόδοξη. Μια μέγγενη σφίγγει την καρδιά μου. Αλλάζω ρόλους για να αρέσω. Παλεύω, αγωνίζομαι, παραιτούμαι και ξανά ξυπνώ το πρωί και ονειρεύομαι. Έχω μεγάλο κώλο και μπούτια χοντρά. Το βράδυ μπροστά στην τηλεόραση φαντάζομαι τον εαυτό μου πρωταγωνίστρια.

Έχουμε πολύ δρόμο ακόμα! Μη σας ξεγελά το δήθεν! Κάθε μέρα παλεύουμε να αποδείξουμε το αυτονόητο: Είμαστε άνθρωποι! Αγωνιζόμαστε! Κάθε μέρα!

«Εδώ κοντά σου χρόνια ασάλευτος να μένω
ως να μου γίνεις, Μοίρα, Θάνατος και Πέτρα»…

Υ.Γ οι στίχοι από το ποίημα «γυναίκα» του Νίκου Καββαδία.

Η φωτογραφία του εξωφύλλου είναι πίνακας του Edvard Munch-Lonely Woman

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X