Ο μικρός Αλέξης ήταν ένα αρκετά συνηθισμένο παιδί. Μεγάλωσε στα δυτικά προάστια μαζί με τους γονείς του. Ποτέ του, όμως,  δεν άκουσε σκυλάδικα, ακόμη και εκείνα τα καλοκαίρια, που ανοίγοντας τα παράθυρα του δωματίου του η μουσική από το διπλανό μπαρ δεν έλεγε να σταματήσει.

Δεν ήθελε πολλά παιχνίδια, για την ακρίβεια μισούσε το κρυφτό και το κυνηγητό. Από μικρός του άρεσε να φοράει μία άσπρη ρόμπα και να περιφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο, φορώντας πάντα ένα πλαστικό στηθοσκόπιο στο λαιμό του.

Λάτρευε τα μαθηματικά και τη χημεία, ήταν έξυπνος με κλίση στις θετικές επιστήμες.

Τα μάγουλα της μητέρας του κοκκίνιζαν από χαρά κάθε φορά που οι δάσκαλοί του στο δημοτικό και μετέπειτα οι καθηγητές στο γυμνάσιο και στο λύκειο, της έλεγαν πόσες δυνατότητες έχει ο μοναχογιός της.

Δίνει Πανελλήνιες και περνάει στην Ιατρική Αθήνας. Οι βαθμοί του μάλιστα είναι από τους καλύτερους στο σχολείο.  Το αποτέλεσμα, όμως, δεν εκπλήσσει και πολλούς. Ο μικρός Αλέξης ήταν γεννημένος να γίνει γιατρός.

Ο Αλέξης δεν πίνει και δε ξενυχτάει στο βαθμό που το κάνουν οι υπόλοιποι συμφοιτητές του. Προτιμάει μία ήρεμη βόλτα και ένα καλό βιβλίο που ανακάλυψε πρόσφατα. Φίλους έχει, αν και δεν ανοίγεται εύκολα.

Στο Πανεπιστήμιο θα απορρίψει κατευθείαν τα μπουζούκια και θα αγωνιστεί με καταλήψεις και πορείες. Με συνθήματα και πανό, με διαμαρτυρίες στα γραφεία του Πρύτανη και των καθηγητών.

Τη σχολή του την τελειώνει γρήγορα, θέλει επιτέλους να ασκήσει το επάγγελμα που τόσο πολύ αγαπούσε από μικρό παιδί. Θα αποφοιτήσει στα οκτώ χρόνια και θα αποκτήσει την ειδικότητα του σε άλλα έξι.

giatroi041012

Στα 45 του καταφέρνει επιτέλους να ανοίξει το δικό του ιατρείο. Το διακοσμεί με τα πτυχία του και στον απέναντι τοίχο κρεμάει τη φωτογραφία της αγαπημένης του κορούλας. «Τώρα επιτέλους θα έχω αρκετά χρήματα για να σου δώσω όσα στερήθηκα εγώ», σκέφτεται και φουσκώνει από υπερηφάνεια.

Η ζωή του κυλάει ήρεμα, κάνει σύντομα πελατεία, ενώ αποκτάει και κύρος στην περιοχή.  Πλέον ζει άνετα, όσα παραπάνω χρήματα κερδίζει, τόσο παραπάνω δουλεύει. Το γραφείο του έχει γίνει το δεύτερο του σπίτι.

Είναι βράδυ Παρασκευής, η ανία τον έχει πλήξει για μία ακόμη φορά. Οι ασθενείς διαδέχονται ο ένας τον άλλον στο ιατρείο του. Πιο μετά έχει και ένα επισκεπτήριο εδώ κοντά. Ανυπομονεί να γυρίσει σπίτι.

Η ηρεμία του, όμως, ξαφνικά χαλάει όταν στο γραφείο μπαίνει μία γυναίκα με την πολύ άρρωστη μητέρα της. Η γυναίκα πρέπει να μεταφερθεί σε νοσοκομείο, τα πνευμόνια της είναι γεμάτα υγρά, μία γρήγορη γνωμάτευση ήταν αρκετή ώστε ο γιατρός να καλέσει κατευθείαν το ΕΚΑΒ.

Η ώρα είναι περασμένες 10 όμως, ο Αλέξης πρέπει να πάει στο επισκεπτήριο, δεν μπορεί να περιμένει το ασθενοφόρο. Βιάζεται τόσο που ξεχνάει ακόμη και να γράψει τη γνωμάτευση του. Οι γιατροί του ασθενοφόρου θα αναγκαστούν να ξανα-κάνουν εξετάσεις στη γυναίκα, ακόμη και αν η κατάστασή της δεν το επιτρέπει αυτό.

Κλειδώνει το γραφείο του και τις αφήνει έξω να περιμένουν το ασθενοφόρο. Αυτός φεύγει βιαστικά, δίχως ενοχές αλλά δεν ξεχνάει να τους ζητήσει τα 20 ευρώ για την επίσκεψη.

«Μα έχουμε ταμείο» του απαντάει θορυβημένη η κόρη της ασθενούς. «Μετά τις 10 το βράδυ πληρώνομαι κανονικά, δεν δέχομαι επισκέψεις  με ταμεία» απαντάει αυτός. Τα 20 ευρώ σε λίγο πρόκειται να γίνουν 40, ανεξαρτήτως αν σε καθημερινή πλέον βάση τσαλαπατάει τον όρκο που έδωσε χρόνια πριν.

Οι γιατροί του Ε.Κ.Α.Β. του κάνουν μήνυση για αμέλεια ασθενούς, η γυναίκα γλιτώνει τον κίνδυνο αλλά η συνείδηση του πλέον έχει αλλοιωθεί για τα καλά. Η απελπισμένη προσπάθεια του για μία καλύτερη ζωή με λεφτά και ανέσεις, τον έχει μετατρέψει σε ένα ανθρωποειδές. Ο Αλέξης όμως, δυστυχώς, δεν είναι o μόνος.

*Το περιστατικό δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας

Σχόλια

X