Από το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει η αρχή. Σφυριά οι σκέψεις στο κεφάλι σου να χτυπούν και να διεκδικούν χώρο. Να πίνεις παυσίπονα κι ο ήχος να μεγαλώνει. Σφυρί κι αμόνι. Κι εκείνο το εκκωφαντικό τικ τακ να ‘χει στήσει ατέλειωτη συναυλία κι οι σκέψεις να χορεύουν και να χειροδικούν. Δεν έχει χώρο πια.

Πρωί. Είναι μέρες που θέλεις να σ’ αγαπούν και δεν υπάρχει κανείς. Μιλάς κι αγριεύεις από τη φωνή σου. Σηκώνεσαι από το κρεβάτι, φτάνεις στον καναπέ και παραδίνεσαι αμαχητί στο τίποτα. Το τίποτα που κάνει κουμάντο στα πάντα. «Δε θα τα καταφέρεις. Ποιος σου είπε ότι πάντα θα τα καταφέρνεις;»

Ανάβεις τσιγάρο. Τα μαλλιά σου μυρίζουν καπνό. Η ζωή σου φωτιά. Κιτρινισμένα τα δάχτυλα σαν και τη ζωή. Πρέπει να φύγεις. Να σηκωθείς, να μπεις στο αυτοκίνητο κι όπου σε βγάλει. Πάντα αυτό κάνεις. Μονάχα να μη μείνεις εδώ. Να ψάξεις να βρεις τα σημάδια σου, να πραγματώσεις την κουβέντα που έλεγες πως η ζωή είναι αγώνας. Να βρεις τον Τειρεσία σου και να του κλέψεις τα μελλούμενα. Να ζητήσεις ακρόαση για τα στραβά, τα κίβδηλα, τα κάλπικα, τις αδυναμίες σου, την κιτρινισμένη ζωή σου. Έχει κι αυτή κάτι από φθινόπωρο. Έχει κάτι από τη γέννηση σου.

Μπαίνεις στο αυτοκίνητο. «Όπου μας βγάλει. Πάντα για αλλού κινώ κι αλλού καταλήγω.» Είναι μέρες που θέλεις σαν τρελός να σ’ αγαπούν και δεν υπάρχει κανείς. Οδηγείς και κλείνεις τα μάτια για δευτερόλεπτα. Επικίνδυνο παιχνίδι που έπαιζες από τότε που έπιασες τιμόνι. Στοιχημάτιζες πάντα με τον εαυτό μου πως θα προλάβεις το κακό. Την έβγαλες καθαρή μέχρι τώρα. Πάντα ακροβατούσες στην κόψη του ξυραφιού με γυμνά πόδια. Κοίταζες το κενό και γελούσες. Κι ύστερα καθόσουν στο πάτωμα κι έγλειφες τις πληγές σα σκυλί. Οι παλιομοδίτικες ιδέες σου δεν ταιριάζουν με την εποχή. Μπορεί να μην κουμπώνεις ούτε κι εσύ. Δεν έχεις αποφασίσει ακόμα. Αναμαλλιασμένο το κεφάλι σου. Τα ρούχα σου μυρίζουν καπνό. Η ζωή σου φωτιά. Πού πας πάλι; Για πού κίνησε πρωί – πρωί;

Η γιαγιά σου κάνει σήμα να σταματήσω. Πατάς φρένο. Κάθεται στο κάθισμα του συνοδηγού. «Εδώ παρακάτω πάω. Ήμουν στην κόρη μου. Έχασε τον άντρα της κι έρχομαι καμιά φορά να της κάνω κουράγιο». Υπάρχουν άνθρωποι που κάνουν κουράγιο για τους άλλους. Φτάνετε στο χωριό της. Την αφήνεις στην άκρη του δρόμου. Βγάζει από την τσέπη της καρύδια και από την καρδιά της ευχές και σε φιλεύει.

Ο δρόμος σε βγάζει στο πατρικό σου.  Άνθρωποι γλεντούν, γελούν και πίνουν ρακή. Μυρίζει ζωή. Μια αδιόρατη δύναμη σε σπρώχνει πάντα εδώ. Στην αγκαλιά, στο γέλιο, στο χαμόγελο, στην αλάθητη διαίσθηση της. Όλα τα ξέρει. «Μην κλαις. Σου είπα να μην κλαις.» Κι αρχίζει να τραγουδά. Εκείνη ξέρει να παρηγορεί, να στέκει βράχος στα ζόρια, να ψιθυρίζει λόγια αγάπης. Είναι το γούρι σου!

Χτυπά το τηλέφωνο. Είναι ο Δημήτρης. Έχει πάντα να πει αυτό που χρειάζεται. Φέρνει τα πράγματα στο ύψος των ματιών μου. Τα μικραίνει. Έχει η ζωή πάντα ξέφωτα. Τα βρίσκεις ή σε βρίσκουν αυτά.

Πρέπει να γυρίσω πίσω. «Δεν είσαι μόνος. Όλα είναι δρόμος.»

Είναι κάποιες μέρες που σου φανερώνουν την αλήθεια από το πουθενά. Η ασχήμια της παίρνει άλλη όψη. Τη συνηθίζεις. Την προσπερνάς. Την αποδέχεσαι. Δεν είσαι μόνος. Οι κακές μέρες είναι περαστικές. Έχεις πάντα κάτι να σε περιμένει. Έχεις πάντα κάτι να κρατηθείς.

Κι εγώ ψιθυρίζω

δικιά μου η χαρά

δικό μου το αίμα

δικός μου κι ο τρόμος

 

Δεν είμαι μόνος

Δεν είμαι ο μόνος

Όλα είναι δρόμος

 

Η φωτιά, η γιορτή, η απώλεια, ο πόνος

Ο κάθε μικρός θάνατος

κι ο μεγάλος ο ατέλειωτος κόσμος

 

Όλα είναι δρόμος…

Οι στίχοι του Γιάννη…

 

Σχόλια

Αρθρογράφος

Κλειώ Βλαχάκη

Ζει στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε Ιστορία – Αρχαιολογία και Συντήρηση Έργων Τέχνης αλλά εργάζεται στην εκπαίδευση. Πιστεύει στην αυτοδιάθεση των ανθρώπων και στην ελευθερία. Ονειρεύεται ακόμα σαν παιδί κι ελπίζει πως κάποτε θα καταφέρουμε να αλλάξουμε τον κόσμο. Γράφει όταν οι σκέψεις στριμώχνονται και διεκδικούν χώρο στο κεφάλι της. Έχει πια την πεποίθηση ότι όλοι είμαστε περαστικοί κι έχουμε την ανάγκη να βρούμε άξιους συνταξιδιώτες που θα λέμε μόνο αλήθειες. Αγαπημένες της λέξεις η ουτοπία και η χαρμολύπη. Ίσως γιατί έχει καταλάβει πως αυτό είναι η ζωή.

Σχετικά Άρθρα

X