«Αλλά εσείς τί κάνετε για να αλλάξετε τον κόσμο;». Η ερώτηση διέκοψε βίαια το κήρυγμα που κάναμε επί ώρα, εμείς οι «μεγάλοι».

Ήμασταν μεγάλοι, όσο και ο εξάχρονος σε σχέση με την τρίχρονη αδερφή του – οι δυο μας απλώς είχαμε πατήσει για τα καλά τα τριάντα και βρισκόμασταν ανάμεσα σε εικοσάρηδες. Αλλά αυτό δεν μας εμπόδιζε από το να μιλάμε με στόμφο για τη ματαιότητα του αγώνα στο δρόμο, του ρομαντικού ριζοσπαστισμού, των απόλυτων θέσεων, λίγο-πολύ των πάντων. Κι όλοι μάς άκουγαν με προσοχή, καθώς μιλούσαμε για μετριοπάθεια, σφαιρική αντιμετώπιση και «πραγματικά» ανοιχτά μυαλά. Για τα δακρυγόνα που είχαμε φάει «κι εμείς κάποτε»- λες και το 2003 απείχε δεκαετίες. Τί τρομακτική σκέψη: σαν να ήμασταν οι κατανοητικοί γονείς μπροστά στα επαναστατημένα παιδιά τους.

Μας ανέχθηκαν για ώρα, κι ύστερα ήρθε η ερώτηση. «Ωραία όλα αυτά, αλλά εσείς τί κάνετε για να αλλάξετε τον κόσμο;», ρώτησε η Λίνα.

Δεν είχαμε παρά μισόλογα ν’ απαντήσουμε. Κι ακόμα, μήνες μετά, δεν έχω απάντηση. Τί κάνω, αλήθεια; Γράφω, δυο-τρεις φορές την εβδομάδα, για αυτά που με θυμώνουν και για τα άλλα, που με κάνουν να ελπίζω. Ίσως κάποιοι που με διαβάζουν θυμώνουν και ελπίζουν κι αυτοί. Παίζω μουσική και μερικοί από όσους ακούν χορεύουν ή έστω ξεχνιούνται. Διαβάζω, βγαίνω, ακούω, συζητάω.

Μάλλον δεν αλλάζει ο κόσμος με τίποτα από όλα αυτά. Μάλλον κι εγώ, τελικά, έχω πείσει τον εαυτό μου ότι το μόνο που μπορείς να κάνεις για να αλλάξεις τον κόσμο είναι να βελτιώσεις τον μικρόκοσμο γύρω σου – αλλά πόσο εγωιστικό και εύκολο είναι αυτό;

Δεν ξέρω, Λίνα. Ξέρω μόνο ότι σου έλεγα βλακείες – συνέχισε να κάνεις αυτό ακριβώς που κάνεις.

Σχόλια

X