Την πρώτη φορά που τη γνώρισα σκέφτηκα πόσο όμορφη ήταν. Μακριά ξανθά μαλλιά, μαύρα μάτια που αντικατόπτριζαν τους σκοτεινούς πλανήτες μίας άλλης σκοτεινής διάστασης. Με ένα marlboro στο στόμα και κάλτσες ψηλές πάνω από το γόνατο, έψαχνε μανιωδώς την αγάπη σε μία πόλη που ο μοντερνισμός την έχει αποκλείσει.

«Όταν αράζω διαβάζω Sylvia Plath. Βάζω λίγο whiskey και κλείνω τα μάτια για να καταλάβω τα λόγια της. Όταν κλείνω το βιβλίο πετάγεται μία σκόνη σα σύννεφο που μυρίζει ζωή και θάνατο μαζί. Περισσότερο θάνατο βέβαια». Χαμογελάει.

«Τα βράδια όταν βγαίνω έχω πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου τα αγόρια. Θέλω να τους αρέσω. Θέλω να με κοιτάζουν και να καυλώνουν. Έτσι νιώθω κι εγώ μια ηδονή».

Προσπαθούσα να της πω ότι ζητά διαρκώς την επιβεβαίωση, ότι είναι ανασφαλής και δεν τα ΄χει καλά με τον εαυτό της. «Δεν είναι θέμα ανασφάλειας, είναι καθαρά θέμα ερωτισμού» μου απαντούσε ευγενικά. «Την ώρα που μια αδιάφορη ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται είναι σα να γίνεται ένα μικρό διαπροσωπικό big bang». Και τότε φώτιζαν οι πλανήτες στα μάτια της και πήγαινε πιο κοντά στον ήλιο και τη ζήλευα πολύ γι’ αυτό. Και θα ΄θελα κι εγώ να χαίρομαι ρομαντικά με τη μυρωδιά και τα λόγια κάποιου. Αλλά βλέπεις έμεινα με τα λογικά πλαίσια.

Ένα ακόμη βράδυ που προσπαθούσα με λογική να εξηγήσω τα πάντα, χωρίς Plath, χωρίς whiskey, μόνη, ήρθε στο κινητό μου ένα μήνυμά της. «Με βιάσανε» έλεγε. Έτρεξα έντρομη να τη βρω.

Δεν ήταν οι κάλτσες πάνω από το γόνατο, δεν ήταν ούτε η μίνι φούστα. Ήταν η έκλειψη στα μάτια της και μια τελευταία της φράση : «Δεν υπάρχει έρωτας πια. Χάθηκε κι αυτός στη διαστροφή». Έκλεισε τα μάτια της και κοιμήθηκε.

Σχόλια

X